Υπάρχουν αποχωρήσεις που δεν είναι φυγή. Είναι όριο.

Δεν αποχωρώ από την ανάγκη για δημοκρατία. Δεν αποχωρώ από την ανάγκη για δικαιοσύνη. Δεν αποχωρώ από την πεποίθηση ότι η Ελλάδα χρειάζεται μια πραγματική πολιτική αναγέννηση από τη βάση, με πολίτες που σκέφτονται, ελέγχουν, αποφασίζουν και αναλαμβάνουν ευθύνη.

Αποχωρώ από έναν χώρο που, κατά τη δική μου εμπειρία και κρίση, έπαψε να συμπεριφέρεται ως τέτοιος.

Αποχωρώ από όλες τις ομάδες που σχετίζονται με την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», διότι δεν μπορώ και δεν πρόκειται να συνεχίσω να συμμετέχω σε ένα περιβάλλον όπου προσβολές, στοχοποιήσεις, διατυπώσεις με απειλητικό χαρακτήρα και συμπεριφορές που κατά την άποψή μου ενδέχεται να έχουν ακόμη και ποινική σημασία γίνονται ανεκτές, υποβαθμίζονται ή αντιμετωπίζονται ως απλές «εντάσεις» μεταξύ μελών.

Αυτό δεν είναι προσωπική παρεξήγηση. Είναι πολιτικό σύμπτωμα.

Μια κίνηση που ζητά εμπιστοσύνη από πολίτες δεν κρίνεται μόνο από τις διακηρύξεις της. Κρίνεται από τον τρόπο που προστατεύει τα ίδια της τα μέλη. Κρίνεται από το αν οι συντονιστές της παρεμβαίνουν όταν η συζήτηση ξεφεύγει σε προσβολή. Κρίνεται από το αν οι υπεύθυνοι βάζουν όρια σε απειλητικές συμπεριφορές. Κρίνεται από το αν η εσωτερική κριτική αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα ή ως εχθρική πράξη.

Όταν αυτό δεν συμβαίνει, η λέξη «δημοκρατία» μένει μόνο στη βιτρίνα.

Η διαφορά ανάμεσα στη διαφωνία και στην κακοποίηση του διαλόγου

Σε κάθε πολιτικό χώρο υπάρχουν διαφωνίες. Πρέπει να υπάρχουν. Η δημοκρατία χωρίς διαφωνία είναι διακόσμηση. Η βάση χωρίς αντιπαράθεση είναι απλώς χειροκρότημα.

Άλλο όμως η πολιτική διαφωνία και άλλο η προσωπική επίθεση. Άλλο η σκληρή αντιπαράθεση και άλλο η στοχοποίηση. Άλλο η κριτική και άλλο ο εξευτελισμός. Άλλο η εσωτερική ένταση και άλλο διατυπώσεις που δημιουργούν φόβο, πίεση ή απειλή.

Η δημοκρατική κουλτούρα δεν φαίνεται όταν όλοι συμφωνούν. Φαίνεται όταν διαφωνούν. Φαίνεται όταν ένα μέλος θέτει ενοχλητικές ερωτήσεις. Φαίνεται όταν κάποιος ζητά διαδικασίες, κανόνες, διαφάνεια, πρακτικά, εκλογές, εξηγήσεις. Εκεί αποκαλύπτεται αν ένας χώρος είναι πραγματικά δημοκρατικός ή αν απλώς δανείζεται τη γλώσσα της δημοκρατίας για να κρύψει μια παλιά κουλτούρα ελέγχου.

Στη δική μου περίπτωση, αυτό το όριο ξεπεράστηκε.

Δεν πρόκειται να αναπαράγω εδώ screenshots. Δεν πρόκειται να μετατρέψω μια πολιτική δήλωση σε δημόσιο κουτσομπολιό. Τα στοιχεία βρίσκονται στη διάθεσή μου. Το ζήτημα όμως δεν είναι να εκθέσω πρόσωπα. Το ζήτημα είναι να αναδείξω μια μέθοδο: έναν τρόπο με τον οποίο μέλη που θέτουν ερωτήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν όχι ως συμμέτοχοι, αλλά ως πρόβλημα προς απομόνωση.

Οι μη εκλεγμένοι συντονιστές και η ευθύνη της σιωπής

Το ακόμη βαρύτερο ζήτημα δεν είναι μόνο τι λέει ένα πρόσωπο μέσα σε μια ομάδα. Είναι τι κάνουν εκείνοι που εμφανίζονται ως συντονιστές, υπεύθυνοι ή μεσολαβητές.

Πολλοί από αυτούς δεν έχουν εκλεγεί από τη βάση με καθαρές διαδικασίες. Έχουν τοποθετηθεί, εμφανιστεί ή αναγνωριστεί μέσα σε μια ασαφή οργανωτική πραγματικότητα. Και αυτό από μόνο του είναι ήδη πρόβλημα για μια κίνηση που μιλά στο όνομα της βάσης.

Όταν όμως τέτοια πρόσωπα, αντί να προστατεύουν τον διάλογο, σιωπούν μπροστά σε προσβολές ή επιτρέπουν την κλιμάκωση, τότε η ευθύνη τους δεν είναι ουδέτερη. Η αδράνεια σε τέτοιες περιπτώσεις γίνεται πολιτική πράξη. Η μη παρέμβαση γίνεται μήνυμα. Η ανοχή γίνεται συνενοχή λειτουργικού τύπου.

Δεν χρειάζεται ένας συντονιστής να προσβάλει ο ίδιος για να έχει ευθύνη. Αρκεί να βλέπει και να μην παρεμβαίνει. Αρκεί να επιτρέπει να εμπεδώνεται ένα κλίμα όπου όποιος διαφωνεί μπορεί να ταπεινωθεί, να πιεστεί, να απειληθεί, να χαρακτηριστεί ως προβληματικός ή να εμφανιστεί ως απειλή για την ίδια την κίνηση.

Αυτό δεν είναι συντονισμός. Είναι αποτυχία προστασίας του πολιτικού χώρου.

Από τη βάση στην πειθαρχία

Στα προηγούμενα κείμενά μου στο PARLAY είχα θέσει ξανά και ξανά το ίδιο βασικό ερώτημα: αν μια κίνηση γεννιέται από τη βάση, θα της δώσει πραγματική δύναμη ή θα τη χρησιμοποιήσει ως βιτρίνα;

Είχα γράψει ότι το πρόγραμμα δεν μπορεί να γράφεται σε κλειστά γραφεία, αλλά πρέπει να γεννιέται από τη βάση. Είχα γράψει ότι η Ελπίδα, αν θέλει να είναι κάτι νέο, πρέπει να αποφύγει τον πειρασμό της εξουσίας. Είχα γράψει ότι η έννοια της εκκλησίας, στην αρχική πολιτική της σημασία, παραπέμπει στη συνέλευση του λαού και όχι στην παθητική υπακοή.

Σήμερα, η προσωπική μου αποχώρηση δεν αναιρεί αυτά τα κείμενα. Τα επιβεβαιώνει με τον πιο σκληρό τρόπο.

Διότι η βάση δεν ακυρώνεται μόνο όταν δεν ψηφίζει. Ακυρώνεται και όταν φοβάται να μιλήσει. Ακυρώνεται όταν ο εσωτερικός διάλογος γίνεται χώρος πίεσης. Ακυρώνεται όταν οι συντονιστές δεν προστατεύουν τα μέλη. Ακυρώνεται όταν όσοι ρωτούν αντιμετωπίζονται σαν να βλάπτουν την κίνηση περισσότερο από εκείνους που την εκθέτουν με τη συμπεριφορά τους.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν μια κίνηση έχει ομάδες. Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει μέσα σε αυτές τις ομάδες.

Είναι χώροι δημοκρατικής συμμετοχής ή μηχανισμοί συμμόρφωσης; Είναι χώροι όπου ο πολίτης αποκτά φωνή ή χώροι όπου εκπαιδεύεται να σωπαίνει; Είναι χώροι αυτοοργάνωσης ή χώροι ελέγχου της δυσαρέσκειας;

Ο μεγάλος αποχωρισμός δεν είναι ατομικός

Κατά την προσωπική μου εικόνα, η αποχώρησή μου δεν είναι η μόνη. Διακρίνω ένα ευρύτερο κύμα αποχωρήσεων, απογοήτευσης και εσωτερικής φθοράς. Αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως έργο «εχθρών», «υπονομευτών» ή «προβληματικών χαρακτήρων».

Όταν πολλοί άνθρωποι φεύγουν, το ερώτημα δεν είναι αν όλοι αυτοί ήταν ξαφνικά κακοί. Το ερώτημα είναι τι είδαν. Τι βίωσαν; Τι περίμεναν; Τι δεν απαντήθηκε; Ποια όρια ξεπεράστηκαν; Ποια εμπιστοσύνη χάθηκε;

Η εύκολη άμυνα κάθε κλειστού μηχανισμού είναι να ενοχοποιεί τους αποχωρούντες. Να τους παρουσιάζει ως ταραχοποιούς, εγωιστές, εριστικούς, υπονομευτές ή ανθρώπους που «δεν κατάλαβαν». Όμως ένα πραγματικό κίνημα πολιτών δεν φοβάται να ρωτήσει γιατί οι άνθρωποί του φεύγουν. Το θεωρεί προειδοποίηση.

Κάθε σοβαρή αποχώρηση είναι πολιτικό μήνυμα. Κάθε σιωπηλή απογοήτευση είναι απώλεια. Κάθε μέλος που φεύγει επειδή δεν αισθάνεται ασφαλές, σεβαστό ή ακουστό είναι αποτυχία της εσωτερικής δημοκρατίας.

Η ηθική ευθύνη μιας κίνησης που μιλά για δικαιοσύνη

Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» δεν εμφανίστηκε ως απλή εκλογική μηχανή. Εμφανίστηκε μέσα από ένα ηθικό τραύμα της χώρας. Μίλησε για δικαιοσύνη, αλήθεια, αξιοπρέπεια, διαφάνεια και προστασία του πολίτη από την αλαζονεία της εξουσίας.

Αυτή ακριβώς η γλώσσα δημιουργεί μεγαλύτερη ευθύνη.

Δεν μπορείς να ζητάς δικαιοσύνη από το κράτος και να ανέχεσαι αδικία μέσα στις ομάδες σου. Δεν μπορείς να μιλάς για αξιοπρέπεια και να αφήνεις μέλη να εξευτελίζονται. Δεν μπορείς να καταγγέλλεις την αλαζονεία της εξουσίας και να αναπαράγεις μικρές αλαζονείες στο εσωτερικό σου. Δεν μπορείς να επικαλείσαι τη δημοκρατία και να αφήνεις μη εκλεγμένους συντονιστές να λειτουργούν χωρίς λογοδοσία. Δεν μπορείς να μιλάς για προστασία των πολιτών και να μην προστατεύεις πρώτα τους δικούς σου ανθρώπους από συμπεριφορές που τους στοχοποιούν.

Η πολιτική αξιοπιστία αρχίζει από το εσωτερικό.

Η προσωπική μου απόφαση

Για όλους αυτούς τους λόγους, δηλώνω ότι αποχωρώ άμεσα από όλες τις ομάδες που σχετίζονται με την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία».

Δεν επιθυμώ καμία περαιτέρω συμμετοχή, σύνδεση ή ταύτιση με αυτόν τον χώρο.

Έχω ήδη ζητήσει την άμεση αφαίρεσή μου από όλες τις ομάδες, λίστες επικοινωνίας και εσωτερικές διαδικασίες. Έχω επίσης δηλώσει ρητά τη λήξη της ιδιότητάς μου ως μέλους και ζητήσει την πλήρη διαγραφή των προσωπικών μου δεδομένων από κάθε αρχείο, λίστα, ομάδα, βάση δεδομένων, ηλεκτρονικό ή φυσικό αρχείο, μέσο επικοινωνίας ή εσωτερικό σύστημα που τηρείται από την κίνηση, το κόμμα ή πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του.

Η απόφασή μου είναι τελεσίδικη.

Δεν αποχωρώ επειδή εγκατέλειψα την ιδέα της δημοκρατίας. Αποχωρώ επειδή δεν δέχομαι να χρησιμοποιείται η δημοκρατία ως λέξη, ενώ στην πράξη δεν προστατεύεται ο δημοκρατικός άνθρωπος μέσα στον ίδιο τον χώρο που την επικαλείται.

Το τελευταίο ερώτημα

Μια πολιτική κίνηση δεν κρίνεται μόνο από τους αντιπάλους που καταγγέλλει. Κρίνεται από το πώς συμπεριφέρεται στους ανθρώπους της όταν αυτοί διαφωνούν.

Αν οι προσβολές γίνονται ανεκτές, αν οι απειλητικές διατυπώσεις υποβαθμίζονται, αν οι μη εκλεγμένοι συντονιστές σιωπούν, αν οι αποχωρήσεις αντιμετωπίζονται ως ενόχληση και όχι ως προειδοποίηση, τότε το πρόβλημα δεν είναι πια ένα πρόσωπο ή ένα επεισόδιο.

Είναι κουλτούρα.

Και μια κουλτούρα που δεν προστατεύει τα μέλη της δεν μπορεί να υποσχεθεί ότι θα προστατεύσει την κοινωνία.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι γιατί αποχωρώ εγώ.

Το ερώτημα είναι πόσοι ακόμη θα φύγουν σιωπηλά πριν η κίνηση καταλάβει ότι η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται στις διακηρύξεις, αλλά στον τρόπο που φέρεσαι στον τελευταίο άνθρωπο που τολμά να διαφωνήσει.


Εκδοτική σημείωση: Το κείμενο αποτελεί προσωπική πολιτική δήλωση και ανάλυση εσωτερικής κουλτούρας. Δεν δημοσιεύει ιδιωτικά μηνύματα, screenshots ή ονόματα ιδιωτών. Οι αναφορές σε προσβλητικές, απειλητικές ή ενδεχομένως ποινικά σημαντικές διατυπώσεις αποδίδουν την προσωπική αξιολόγηση του συντάκτη βάσει μη δημοσιευμένου υλικού που δεν έχει επαληθευτεί ανεξάρτητα από το PARLAY. Η δημοσίευση δεν υποκαθιστά νομική κρίση.

Συντάκτης: Georgios M.


Δικαίωμα απάντησης: Το PARLAY παραμένει ανοιχτό στη δημοσίευση τεκμηριωμένης απάντησης ή διόρθωσης από το Κίνημα και από κάθε πρόσωπο που αφορά η παρούσα δήλωση.