Γράφει ο Γιάννης Βογιατζής
Υπάρχει ένα ερώτημα που επανέρχεται όλο και συχνότερα στη δημόσια συζήτηση: γιατί πολίτες που αισθάνονται ότι το εισόδημά τους πιέζεται, ότι η καθημερινότητά τους δυσκολεύει και ότι το βιοτικό τους επίπεδο υποχωρεί εξακολουθούν να στηρίζουν τις ίδιες πολιτικές επιλογές;
Η εύκολη απάντηση θα ήταν να αποδώσουμε αυτή τη στάση σε άγνοια ή παραίτηση. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη. Η πολιτική συμπεριφορά δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το εισόδημα. Επηρεάζεται από την κομματική ταύτιση, την οικογενειακή και κοινωνική παράδοση, την αίσθηση ασφάλειας, τον φόβο απέναντι σε μια αβέβαιη εναλλακτική, την ενημέρωση που λαμβάνει κάθε πολίτης και την εμπιστοσύνη —ή την έλλειψη εμπιστοσύνης— προς τις διαθέσιμες πολιτικές δυνάμεις.
Τι δείχνουν οι αριθμοί
Η οικονομική θέση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει εξαιρετικά αδύναμη. Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για το 2025, η Ελλάδα και η Βουλγαρία βρίσκονται από κοινού στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης.
Για το 2024, τα νεότερα διαθέσιμα στοιχεία τοποθετούσαν τη Βουλγαρία στο 66% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, τη Λετονία στο 68% και την Ελλάδα στο 69%. Η εικόνα, επομένως, δεν επιτρέπει υπερβολές ούτε εύκολα συνθήματα. Δείχνει, όμως, ότι η Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ένωσης και ότι η απόσταση από τις πιο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες εξακολουθεί να είναι μεγάλη.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης μετρά κυρίως το επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας, διορθωμένο ως προς τις διαφορές τιμών. Δεν περιγράφει από μόνο του πόσα χρήματα έχει διαθέσιμα ένα νοικοκυριό, πόσο εύκολα πληρώνει το ενοίκιο ή τον λογαριασμό του ρεύματος ούτε αν μπορεί να αποταμιεύσει. Για την καθημερινή ευημερία χρειάζεται να εξετάζονται παράλληλα το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, η κατανάλωση των νοικοκυριών, το κόστος στέγασης, η ενεργειακή φτώχεια και η δυνατότητα αποταμίευσης.
Παρά τη μεθοδολογική αυτή διευκρίνιση, το βασικό συμπέρασμα παραμένει: ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας βιώνει παρατεταμένη οικονομική πίεση και ανασφάλεια.
Η ψήφος δεν είναι μόνο οικονομικός υπολογισμός
Η εκλογική επιλογή δεν λειτουργεί όπως μια απλή λογιστική πράξη. Ένας πολίτης μπορεί να είναι δυσαρεστημένος από την οικονομική του κατάσταση, αλλά να θεωρεί ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική. Μπορεί να δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στη σταθερότητα, στην εξωτερική πολιτική, στην ασφάλεια ή σε πολιτισμικά ζητήματα. Μπορεί επίσης να πιστεύει ότι η προσωπική του δυσκολία είναι προσωρινή ή ότι οφείλεται σε διεθνείς κρίσεις και όχι αποκλειστικά στην κυβερνητική πολιτική.
Υπάρχει ακόμη η δύναμη της πολιτικής ταυτότητας. Όταν η κομματική ένταξη γίνεται μέρος της προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας, οι οικονομικές απογοητεύσεις δεν οδηγούν αυτόματα σε αλλαγή στάσης. Ο πολίτης μπορεί να αξιολογεί δυσμενώς την καθημερινότητά του και ταυτόχρονα να συνεχίζει να εμπιστεύεται την ίδια παράταξη περισσότερο από τους αντιπάλους της.
Αυτό εξηγεί, σε έναν βαθμό, γιατί χαμηλότερα και μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα μπορεί να ταυτίζονται πολιτικά με ομάδες που διαθέτουν μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια, αποταμιεύσεις, ακίνητη περιουσία ή πολλαπλές πηγές εισοδήματος. Η ταύτιση δεν βασίζεται πάντοτε στο άμεσο υλικό συμφέρον. Μπορεί να στηρίζεται σε αξίες, προσδοκίες κοινωνικής ανόδου, φόβους ή σε μια διαφορετική αντίληψη για το ποιος εκπροσωπεί καλύτερα τη χώρα.
Από την αγανάκτηση στην πολιτική πρόταση
Η διαπίστωση της οικονομικής πίεσης δεν αρκεί. Η αγανάκτηση, όταν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένο σχέδιο, μπορεί εύκολα να οδηγήσει στην απογοήτευση ή στην αποχή. Όποιος ζητά πολιτική αλλαγή οφείλει να παρουσιάσει εφαρμόσιμες λύσεις, σαφείς προτεραιότητες και θεσμικές εγγυήσεις.
Κατά την άποψή μου, οι στόχοι του κινήματος «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» —δικαιοσύνη, ισονομία, διαφάνεια και αξιοπρέπεια— απαντούν σε μια πραγματική κοινωνική ανάγκη για ανανέωση του πολιτικού συστήματος. Η καταπολέμηση της διαφθοράς, η ουσιαστική λογοδοσία των θεσμών και η προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών δεν αποτελούν δευτερεύοντα ζητήματα. Είναι προϋποθέσεις για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη.
Καμία διακήρυξη, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της. Η αξιοπιστία κάθε νέας πολιτικής προσπάθειας θα κριθεί από την ποιότητα του προγράμματός της, τη διαφάνεια της εσωτερικής της λειτουργίας, τη δυνατότητα εφαρμογής των προτάσεών της και την προθυμία της να λογοδοτεί στους πολίτες.
Το πραγματικό ερώτημα
Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι να κατηγορήσουμε τους πολίτες για τις επιλογές τους. Είναι να κατανοήσουμε γιατί ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν βλέπει ακόμη μια πειστική διέξοδο από την οικονομική και θεσμική στασιμότητα.
Η πολιτική αλλαγή δεν επιτυγχάνεται με την περιφρόνηση του ψηφοφόρου. Επιτυγχάνεται όταν μια πρόταση αποδεικνύει ότι μπορεί να βελτιώσει με συγκεκριμένο και δίκαιο τρόπο την καθημερινότητα, να περιορίσει τις ανισότητες και να λειτουργήσει με κανόνες που ισχύουν για όλους.
Αυτό είναι το στοίχημα για κάθε κίνημα που φιλοδοξεί να εκφράσει την κοινωνική δυσαρέσκεια: να τη μετατρέψει από θυμό σε γνώση, από γνώση σε συμμετοχή και από συμμετοχή σε εφαρμόσιμη δημοκρατική πολιτική.
Γιάννης Βογιατζής
Συνταξιούχος της Alpha Bank. Πρώην Επιθεωρητής Ιονικής Τράπεζας. Απόφοιτος Ινστιτούτου Τραπεζικών Σπουδών.
*Το κείμενο αποτελεί προσωπικό σχόλιο του συγγραφέα. Οι απόψεις που διατυπώνονται δεν αποτελούν συντακτική θέση του PARLAY.*

