Υπάρχουν ορισμένες στιγμές στην πολιτική που, αν και περνούν σχεδόν απαρατήρητες από την επικαιρότητα, έχουν τη δυναμική να αποδειχθούν πολύ σημαντικότερες από μια ακόμη τηλεοπτική αντιπαράθεση, μια ακόμη κομματική ανακοίνωση ή μια ακόμη δημοσκόπηση. Είναι οι στιγμές κατά τις οποίες μια ιδέα παύει να υπάρχει μόνο ως σύνθημα και αρχίζει να μετατρέπεται σε πράξη.
Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι συνέβη το τελευταίο διάστημα στην Πελοπόννησο.
Ενώ η δημόσια συζήτηση γύρω από την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» περιστρέφεται κυρίως γύρω από την πολιτική της παρουσία, τις δημοσκοπήσεις, τις επιθέσεις που δέχεται από το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα ή τις συνεχείς απαιτήσεις για άμεσες απαντήσεις σε κάθε ζήτημα της δημόσιας ζωής, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας εξελισσόταν μια εντελώς διαφορετική διαδικασία.
Οι οργανώσεις της Πελοποννήσου δεν περίμεναν να τους αποσταλεί ένα ολοκληρωμένο οργανωτικό μοντέλο από την Αθήνα. Δεν ανέμεναν κάποιο έτοιμο καταστατικό, ούτε περιορίστηκαν στον ρόλο του παθητικού αποδέκτη αποφάσεων. Αντίθετα, φαίνεται πως επέλεξαν να λάβουν κυριολεκτικά μια δημόσια προτροπή που έχει επαναλάβει αρκετές φορές η Μαρία Καρυστιανού:
«Οργανωθείτε μόνοι σας.»
Πρόκειται για μια φράση που ίσως πολλοί άκουσαν ως μια γενική πολιτική παρότρυνση. Στην Πελοπόννησο, όμως, αντιμετωπίστηκε ως πραγματική πολιτική εντολή. Όχι με τη στενή έννοια της καθοδήγησης, αλλά ως πρόσκληση ανάληψης ευθύνης.
Και ακριβώς εδώ αρχίζει να αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η συγκεκριμένη πρωτοβουλία.
Για πρώτη φορά, τουλάχιστον σύμφωνα με τα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεση της σύνταξης, μια ολόκληρη Περιφέρεια της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» επιχείρησε να μετατρέψει την ιδέα της συμμετοχικής δημοκρατίας σε συγκεκριμένη οργανωτική πρόταση. Όχι μέσα από μια αυθαίρετη πρωτοβουλία λίγων προσώπων, αλλά μέσα από μια συλλογική διαδικασία διαλόγου, ανταλλαγής απόψεων, διορθώσεων και επεξεργασίας, η οποία κατέληξε στη σύνταξη ενός ολοκληρωμένου σχεδίου Καταστατικού.
Το σημαντικότερο όμως δεν είναι το ίδιο το κείμενο.
Το σημαντικότερο είναι ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκε.
Η ιστορία της ελληνικής πολιτικής είναι γεμάτη από καταστατικά, προγράμματα και οργανωτικά κείμενα που συντάχθηκαν από επιτροπές, συμβούλους ή στενούς κύκλους γύρω από την εκάστοτε ηγεσία και στη συνέχεια παρουσιάστηκαν στα μέλη προς επικύρωση. Η διαδικασία αυτή θεωρήθηκε επί δεκαετίες φυσιολογική. Η κορυφή αποφασίζει, η βάση ενημερώνεται. Η ηγεσία σχεδιάζει, τα μέλη εφαρμόζουν.
Αυτή ακριβώς η λογική είναι που φαίνεται να αμφισβητεί η πρωτοβουλία της Πελοποννήσου.
Το σχέδιο Καταστατικού που συντάχθηκε δεν παρουσιάζεται ως το μοναδικό σωστό μοντέλο ούτε ως ένα κείμενο που επιδιώκει να επιβληθεί στις υπόλοιπες οργανώσεις της χώρας. Αντίθετα, αντιμετωπίζεται ως μια ανοιχτή πρόταση εργασίας, ως μια βάση συζήτησης που μπορεί να εμπλουτιστεί, να διορθωθεί, να αναθεωρηθεί και να εξελιχθεί μέσα από τη συμμετοχή όλων των οργανώσεων της Ελλάδας.
Αυτή η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή.
Στην πραγματικότητα είναι τεράστια.
Γιατί αλλάζει πλήρως τη φιλοσοφία παραγωγής της πολιτικής.
Η δημοκρατία δεν εξαντλείται στο δικαίωμα ψήφου. Δεν εξαντλείται στις εσωκομματικές εκλογές ούτε στις δημόσιες διαβουλεύσεις που πολλές φορές λειτουργούν περισσότερο ως διαδικασίες επικύρωσης ήδη ειλημμένων αποφάσεων. Η δημοκρατία αρχίζει από τη στιγμή που οι ίδιοι οι πολίτες αποκτούν τη δυνατότητα να συμμετέχουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των κανόνων με τους οποίους θα λειτουργήσει η συλλογική τους προσπάθεια.
Αυτό ακριβώς φαίνεται πως επιχείρησε η Πελοπόννησος.
Η διαδικασία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία». Η κοινωνική απαίτηση που ακολούθησε την τραγωδία των Τεμπών δεν αφορούσε μόνο την απονομή δικαιοσύνης για ένα συγκεκριμένο γεγονός. Εξέφραζε μια πολύ βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί συνολικά το πολιτικό σύστημα. Για εκατομμύρια πολίτες, το πρόβλημα δεν ήταν απλώς οι λανθασμένες αποφάσεις. Ήταν η αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται διαρκώς χωρίς τη συμμετοχή τους.
Από αυτή την άποψη, η πρωτοβουλία της Πελοποννήσου αποκτά συμβολική αξία.
Δείχνει ότι μια διαφορετική οργανωτική κουλτούρα δεν χρειάζεται να περιμένει πρώτα την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας για να εφαρμοστεί. Μπορεί να αρχίσει από την ίδια τη δομή του κινήματος. Μπορεί να γεννηθεί εκεί όπου συναντιούνται οι πολίτες, συζητούν, διαφωνούν, συνθέτουν και τελικά παράγουν συλλογικά ένα αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με πληροφορίες που βρίσκονται στη διάθεση της σύνταξης, το σχέδιο Καταστατικού παραδόθηκε στην Αθήνα από εκπροσώπους των οργανώσεων της Πελοποννήσου. Το κατά πόσο το συγκεκριμένο κείμενο θα αποτελέσει αντικείμενο πανελλαδικής διαβούλευσης ή θα διανεμηθεί επισήμως στις υπόλοιπες οργανώσεις δεν είναι μέχρι στιγμής γνωστό.
Μαζί με το σχέδιο Καταστατικού διαβιβάστηκε και ένα δεύτερο συλλογικό έγγραφο, στο οποίο οι οργανώσεις της Πελοποννήσου διατυπώνουν τις προσδοκίες τους και τις προτάσεις τους προς το κεντρικό γραφείο σχετικά με τη μελλοντική οργανωτική πορεία του Κινήματος. Το συγκεκριμένο κείμενο δεν έχει ακόμη περιέλθει στην κατοχή της σύνταξης και για τον λόγο αυτό δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί το περιεχόμενό του. Όταν δημοσιοποιηθεί, θα αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής ανάλυσης.
Ωστόσο, ακόμη και χωρίς αυτό, το μήνυμα που εκπέμπει η πρωτοβουλία της Πελοποννήσου είναι ήδη σαφές.
Η δημοκρατία δεν είναι μόνο ο στόχος.
Είναι και η μέθοδος.
Και ίσως αυτό να αποτελεί το σημαντικότερο πολιτικό μήνυμα που έχει παραχθεί μέχρι σήμερα στο εσωτερικό της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία».

Μια πρόταση που ξεπερνά το ίδιο το Καταστατικό
Το ενδιαφέρον στοιχείο του σχεδίου που διαμορφώθηκε στην Πελοπόννησο δεν βρίσκεται μόνο στην έκτασή του ούτε στον αριθμό των άρθρων που περιλαμβάνει. Η ουσιαστική του αξία βρίσκεται στη φιλοσοφία που το διαπερνά από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Πρόκειται για μια προσπάθεια να μεταφερθεί η έννοια της συμμετοχικής δημοκρατίας από το επίπεδο των πολιτικών διακηρύξεων στο επίπεδο των θεσμών. Με άλλα λόγια, δεν επιχειρεί να περιγράψει απλώς τι πιστεύει το Κίνημα, αλλά να ορίσει με ποιον τρόπο θα λειτουργεί ώστε να μην μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε έναν ακόμη συγκεντρωτικό κομματικό μηχανισμό.
Η πρώτη και ίσως σημαντικότερη επιλογή του σχεδίου είναι ότι η πολιτική κυριαρχία αποδίδεται ρητά στα μέλη. Δεν πρόκειται για μια συμβολική αναφορά. Η λογική ολόκληρου του κειμένου στηρίζεται στην αρχή ότι κανένα όργανο, κανένας συντονιστής και καμία οργανωτική βαθμίδα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη συλλογική βούληση της βάσης. Όλα τα υπόλοιπα όργανα υπάρχουν για να υπηρετούν τις αποφάσεις των μελών και όχι για να τις αντικαθιστούν.
Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς την ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Εδώ και δεκαετίες τα περισσότερα κόμματα οργανώνονται με αντίστροφη λογική. Η κορυφή παράγει πολιτική, οι ενδιάμεσες οργανώσεις τη μεταφέρουν προς τα κάτω και τα μέλη περιορίζονται κυρίως σε εκλογική ή οργανωτική υποστήριξη. Το προτεινόμενο μοντέλο επιχειρεί να αντιστρέψει αυτή τη ροή. Η πολιτική πρόταση δεν ξεκινά από την κορυφή και δεν κατεβαίνει προς τη βάση. Ξεκινά από τα μέλη, επεξεργάζεται μέσα από διαδικασίες διαβούλευσης και μόνο στη συνέχεια φτάνει στα όργανα που έχουν την ευθύνη της εφαρμογής.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί επίσης η έμφαση που δίνεται στη λογοδοσία των αιρετών. Το σχέδιο δεν περιορίζεται στη γενική διακήρυξη ότι οι εκπρόσωποι οφείλουν να λογοδοτούν. Προτείνει συγκεκριμένους μηχανισμούς παρακολούθησης της συνέπειας κάθε αιρετού σε σχέση με τις αποφάσεις της βάσης, δημόσια δημοσιοποίηση των αποκλίσεων και δυνατότητα ενεργοποίησης διαδικασιών ανάκλησης όταν διαπιστώνεται συστηματική απόκλιση. Ανεξάρτητα από το αν όλες αυτές οι προβλέψεις θα υιοθετηθούν τελικά ή θα τροποποιηθούν, η ίδια η συζήτηση μετατοπίζει το κέντρο βάρους από το πρόσωπο στον θεσμό.
Εξίσου σημαντική είναι η προσπάθεια θεσμοθέτησης της διαφάνειας. Στο προτεινόμενο πλαίσιο δεν δημοσιοποιούνται μόνο οι τελικές αποφάσεις, αλλά προβλέπεται η δημόσια καταγραφή των προτάσεων, η αντιστοίχιση των αρχικών κειμένων με τις τελικές μορφές τους, η δημοσιοποίηση των οικονομικών στοιχείων και η καταγραφή ακόμη και των μειοψηφικών απόψεων. Η τελευταία αυτή πρόβλεψη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι αναγνωρίζει ότι η δημοκρατία δεν εξαντλείται στην απόφαση της πλειοψηφίας. Αναγνωρίζει επίσης ότι η μειοψηφία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συλλογικής διαδικασίας και ότι οι θέσεις της πρέπει να παραμένουν προσβάσιμες, ώστε να μπορούν να επανέλθουν στον δημόσιο διάλογο όταν αλλάξουν οι συνθήκες.
Ένα ακόμη στοιχείο που διαφοροποιεί αισθητά το σχέδιο αφορά την ίδια τη διαδικασία παραγωγής πολιτικής. Κάθε μέλος αποκτά δικαίωμα κατάθεσης πρότασης, η οποία εισέρχεται σε οργανωμένη διαδικασία υποβολής, τεχνικής ομαδοποίησης, δημόσιας διαβούλευσης και τελικής καθολικής ψηφοφορίας. Η πολιτική δεν εμφανίζεται ως προϊόν μιας κλειστής επιτροπής ειδικών, αλλά ως αποτέλεσμα μιας θεσμοθετημένης συλλογικής επεξεργασίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην αρχή της επικουρικότητας. Το σχέδιο προβλέπει ότι οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο οργάνωσης, αφήνοντας στις τοπικές οργανώσεις τον πρώτο λόγο για τα ζητήματα που τις αφορούν άμεσα. Μόνο όταν ένα θέμα υπερβαίνει τα όρια μιας τοπικής κοινότητας μεταφέρεται σε ανώτερο επίπεδο. Πρόκειται για μια φιλοσοφία που επιδιώκει να περιορίσει τη συγκέντρωση εξουσίας στο κέντρο και να ενισχύσει την αυτονομία της περιφέρειας.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πρόβλεψη για την αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας. Το σχέδιο δεν αντιμετωπίζει την ηλεκτρονική συμμετοχή ως απλό εργαλείο διευκόλυνσης, αλλά ως βασικό μηχανισμό άσκησης της δημοκρατίας, συνοδευόμενο όμως από αυστηρές εγγυήσεις διαφάνειας, επαληθευσιμότητας, ανοικτού κώδικα και προστασίας προσωπικών δεδομένων. Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι δεν έχουν όλοι οι πολίτες τις ίδιες ψηφιακές δυνατότητες και προβλέπει εναλλακτικές διαδικασίες συμμετοχής, ώστε κανένα μέλος να μη στερείται το δικαίωμα ψήφου λόγω τεχνολογικών περιορισμών.
Ασφαλώς, κάθε σχέδιο αυτού του μεγέθους είναι φυσικό να επιδέχεται βελτιώσεις. Κανένα καταστατικό δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστικό από την πρώτη του μορφή. Άλλωστε, και οι ίδιοι οι συντάκτες του δεν το παρουσιάζουν ως αμετάβλητο κείμενο αλλά ως πρόταση προς δημόσια διαβούλευση. Αυτό ακριβώς αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του. Δεν διεκδικεί το αλάθητο. Δεν εμφανίζεται ως τελειωμένη αλήθεια. Ζητά να κριθεί, να διορθωθεί και να εξελιχθεί από τη συλλογική σοφία του συνόλου των οργανώσεων.
Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη προσφορά της Πελοποννήσου να μην είναι το ίδιο το Καταστατικό. Ίσως να είναι η υπενθύμιση ότι η δημοκρατία δεν οικοδομείται όταν όλοι περιμένουν το κέντρο να αποφασίσει. Οικοδομείται όταν οι ίδιοι οι πολίτες αναλαμβάνουν την ευθύνη να σχεδιάσουν τους κανόνες με τους οποίους επιθυμούν να συνυπάρξουν.
Μια πρόταση προς ολόκληρο το Κίνημα
Κάθε νέα πολιτική προσπάθεια έρχεται κάποια στιγμή αντιμέτωπη με το ίδιο δίλημμα. Θα εξελιχθεί σε έναν ακόμη οργανισμό που σταδιακά θα αναπαράγει τις παθογένειες του συστήματος που υποσχέθηκε να αλλάξει ή θα τολμήσει να οικοδομήσει μια πραγματικά διαφορετική πολιτική κουλτούρα;
Το ερώτημα αυτό αφορά σήμερα και την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία».
Το σχέδιο Καταστατικού που διαμορφώθηκε στην Πελοπόννησο δεν αποτελεί απάντηση σε όλα τα ζητήματα. Δεν είναι ένα τέλειο κείμενο ούτε μπορεί να θεωρηθεί τελικό. Άλλωστε, η ίδια η φιλοσοφία του αποκλείει κάτι τέτοιο. Ένα κείμενο που γεννήθηκε μέσα από συλλογική επεξεργασία οφείλει να παραμείνει ανοιχτό στη συλλογική βελτίωση.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται και η πολιτική του αξία.
Δεν παρουσιάζεται ως προϊόν μιας επιτροπής που ζητά από τους υπόλοιπους να το αποδεχθούν. Αντίθετα, κατατίθεται ως μια πρόσκληση προς όλες τις οργανώσεις της χώρας να συμμετάσχουν στην ίδια διαδικασία. Δεν ζητά ομοφωνία. Ζητά διάλογο. Δεν επιδιώκει επιβολή. Επιδιώκει συνδιαμόρφωση.
Εάν αυτή η λογική υιοθετηθεί σε πανελλαδικό επίπεδο, τότε ίσως η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» αποκτήσει το χαρακτηριστικό που από την πρώτη στιγμή υποσχέθηκε στους πολίτες: να μην αποτελεί ένα ακόμη κόμμα που ζητά εμπιστοσύνη κάθε τέσσερα χρόνια, αλλά μια διαρκή δημοκρατική διαδικασία μέσα στην οποία οι πολίτες συμμετέχουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της πολιτικής.
Η ευθύνη πλέον δεν βρίσκεται μόνο στα χέρια της ηγεσίας. Βρίσκεται και στα χέρια κάθε τοπικής οργάνωσης. Η Πελοπόννησος έκανε το πρώτο βήμα. Το ερώτημα είναι αν οι υπόλοιπες Περιφέρειες θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, καταθέτοντας τις δικές τους προτάσεις, τις δικές τους παρατηρήσεις και τις δικές τους βελτιώσεις. Έτσι ακριβώς γεννιούνται οι ζωντανοί θεσμοί: όχι μέσα από ομοιόμορφη σκέψη, αλλά μέσα από τη σύνθεση διαφορετικών εμπειριών.
Η ιστορία δείχνει ότι οι ισχυρότεροι δημοκρατικοί θεσμοί δεν δημιουργήθηκαν επειδή κάποιοι τους έγραψαν σε ένα γραφείο. Δημιουργήθηκαν επειδή οι κοινωνίες ένιωσαν ότι οι κανόνες αυτοί τους ανήκαν. Όταν οι πολίτες αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα σε έναν θεσμό, τότε τον υπερασπίζονται. Όταν, αντίθετα, αισθάνονται ότι οι κανόνες τους επιβλήθηκαν από μια μακρινή κορυφή, αργά ή γρήγορα απομακρύνονται.
Ίσως λοιπόν το μεγαλύτερο δίδαγμα της πρωτοβουλίας της Πελοποννήσου να είναι ότι η συμμετοχική δημοκρατία δεν ξεκινά από τις εκλογές. Ξεκινά από τον τρόπο με τον οποίο οικοδομείται το ίδιο το Κίνημα.
Η Μαρία Καρυστιανού έχει πολλές φορές δηλώσει ότι επιθυμεί οι πολίτες να πάψουν να είναι απλοί θεατές και να γίνουν πρωταγωνιστές. Η πρωτοβουλία αυτή φαίνεται να αποτελεί την πρώτη οργανωμένη προσπάθεια εφαρμογής αυτής της φιλοσοφίας. Γι’ αυτό και η σημασία της ξεπερνά τα όρια ενός καταστατικού κειμένου. Αποτελεί μια δοκιμασία για το κατά πόσο η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» θα επιτρέψει στις ίδιες τις οργανώσεις της να συνδιαμορφώσουν το μέλλον της.
Είναι επίσης μια ευκαιρία. Μια ευκαιρία να αποδειχθεί στην πράξη ότι οι λέξεις «συμμετοχή», «διαφάνεια» και «δημοκρατία» δεν αποτελούν απλώς πολιτικά συνθήματα, αλλά αρχές που μπορούν να μετατραπούν σε καθημερινή οργανωτική πραγματικότητα.
Η ευθύνη ανήκει πλέον σε όλους.
Στην ηγεσία, που καλείται να δημιουργήσει τον χώρο ώστε αυτή η διαδικασία να επεκταθεί σε ολόκληρη τη χώρα.
Στις τοπικές οργανώσεις, που καλούνται να συμμετάσχουν δημιουργικά αντί να περιμένουν οδηγίες.
Στα μέλη, που καλούνται να μετατρέψουν την ιδιότητα του υποστηρικτή σε ιδιότητα συνδημιουργού.
Εάν αυτό συμβεί, τότε το σχέδιο της Πελοποννήσου θα έχει πετύχει κάτι πολύ σημαντικότερο από τη σύνταξη ενός Καταστατικού.
Θα έχει αποδείξει ότι η βάση μπορεί να παράγει πολιτική.
Ότι οι πολίτες μπορούν να δημιουργούν θεσμούς.
Ότι η δημοκρατία δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα μιας ψηφοφορίας.
Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία αποφασίζει να οργανώσει τον εαυτό της.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το σημαντικότερο μήνυμα της πρωτοβουλίας της Πελοποννήσου.
Η δημοκρατία δεν οικοδομείται όταν όλοι περιμένουν την κορυφή να αποφασίσει.
Οικοδομείται όταν η ίδια η βάση αποφασίζει να αναλάβει την ευθύνη.
Και ίσως εκεί ακριβώς να κρύβεται το πραγματικό μέλλον της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία».

