Κάθε νέα πολιτική κίνηση που εμφανίζεται έξω από τα συνηθισμένα κομματικά καλούπια συναντά σχεδόν αμέσως το ίδιο ερώτημα. «Πού είναι το πρόγραμμά σας;» Η ερώτηση ακούγεται αυτονόητη, σχεδόν αυστηρή μέσα στη λογική της. Ένας πολιτικός φορέας οφείλει πράγματι να έχει θέσεις, αρχές και απαντήσεις για την υγεία, την παιδεία, τη δικαιοσύνη, την οικονομία, τη δημόσια διοίκηση, την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία. Όμως στην περίπτωση μιας κίνησης που θέλει να λέγεται Κίνημα Πολιτών, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχει πρόγραμμα. Είναι ποιος το γράφει, με ποια νομιμοποίηση και με ποια σχέση προς την κοινωνία που καλείται να το στηρίξει.

Αν η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» θέλει να είναι απλώς ένα ακόμη κόμμα, μπορεί να ακολουθήσει την παλιά συνταγή. Μια μικρή ομάδα γύρω από την ηγεσία συντάσσει ένα κείμενο, το παρουσιάζει με προσεγμένη γλώσσα, ζητά χειροκρότημα και στη συνέχεια το μετατρέπει σε προεκλογική υπόσχεση. Αν όμως θέλει πράγματι να εκφράσει μια νέα δημοκρατική αρχή, τότε δεν έχει την πολυτέλεια να κινηθεί με τον ίδιο τρόπο. Ένα κίνημα που γεννιέται στο όνομα της δημοκρατίας δεν μπορεί να παρουσιάσει πρόγραμμα φτιαγμένο αντιδημοκρατικά.

Το ερώτημα για το πρόγραμμα δεν είναι ουδέτερο

Η απαίτηση για έτοιμο πρόγραμμα δεν είναι πάντα αθώα. Συχνά λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο πίεσης. Πρώτα τίθεται το ερώτημα, ύστερα ζητείται η απάντηση στη γλώσσα του παλιού συστήματος και στο τέλος επιχειρείται η ταξινόμηση. Αριστερά ή δεξιά; Κέντρο ή άκρα; Κρατισμός ή φιλελευθερισμός; Πρόοδος ή συντήρηση; Η συζήτηση μεταφέρεται γρήγορα από την ουσία στην ετικέτα, γιατί μόλις μια νέα κίνηση μπει σε γνωστό ράφι, μπορεί να πολεμηθεί με γνωστά στερεότυπα.

Αυτό όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική ζωή των πολιτών. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να θέλει ισχυρή δημόσια υγεία και ταυτόχρονα αυστηρή λογοδοσία του κράτους. Μπορεί να στηρίζει την κοινωνική προστασία, αλλά να απαιτεί εθνική αξιοπρέπεια. Μπορεί να ζητά ελευθερία για τους μικρούς και μεσαίους στην οικονομία και συγχρόνως σκληρό έλεγχο στα ολιγοπώλια. Μπορεί να θέλει ασφάλεια χωρίς αυταρχισμό και δικαιώματα χωρίς ασυδοσία. Στο παλιό σύστημα αυτός ο πολίτης συχνά αναγκάζεται να διαλέξει στρατόπεδο. Σε μια πραγματική δημοκρατική κίνηση πρέπει να μπορεί να εκφράζεται ανά θέμα, με κρίση, εμπειρία και ευθύνη.

Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη ρήξη. Η πολιτική δεν χρειάζεται να παραμένει θρησκεία ταμπελών. Μπορεί να γίνει ξανά ζωντανή κρίση πολιτών. Και αυτό αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γεννηθεί ένα πρόγραμμα.

Το έτοιμο πρόγραμμα μπορεί να γίνει παγίδα

Ένα έτοιμο πρόγραμμα μπορεί να εντυπωσιάζει. Μπορεί να έχει ωραίες λέξεις, ολοκληρωμένα κεφάλαια, καλοδουλεμένες υποσχέσεις και τεχνική επεξεργασία. Το ερώτημα όμως παραμένει: ποιος το νομιμοποίησε; Αν ένα κείμενο συντάσσεται από λίγους και απλώς παρουσιάζεται στους πολλούς, τότε δεν είναι καρπός δημοκρατίας. Είναι προϊόν διοίκησης. Μπορεί να είναι έξυπνο, μπορεί να είναι επικοινωνιακά ισχυρό, μπορεί ακόμη και να περιέχει σωστές προτάσεις. Δεν παύει όμως να είναι πρόγραμμα που κατεβαίνει από την κορυφή.

Για ένα Κίνημα Πολιτών, το πρόγραμμα δεν πρέπει να λειτουργεί ως τελεσίγραφο προς τα μέλη. Πρέπει να είναι αποτέλεσμα συμμετοχής. Δεν πρέπει να είναι χαρτί που συντάσσεται πίσω από κλειστές πόρτες και ύστερα μοιράζεται στη βάση ως πολιτικό ευαγγέλιο. Πρέπει να είναι φωνή που ανεβαίνει από την κοινωνία, περνά μέσα από διαδικασία, τεκμηριώνεται, συζητείται, διορθώνεται και στο τέλος αποκτά συλλογική νομιμοποίηση.

Αυτό δεν είναι αδυναμία. Είναι η μόνη συνεπής απάντηση για μια κίνηση που θέλει να αναμετρηθεί με την κρίση της αντιπροσώπευσης. Η δημοκρατία δεν αποδεικνύεται μόνο από τα συνθήματα. Αποδεικνύεται από τον τρόπο λήψης αποφάσεων.

Ένα πρόγραμμα δεν πρέπει να είναι νεκρό κείμενο

Τα παραδοσιακά κόμματα συχνά γράφουν προγράμματα όπως γράφονται οι προεκλογικές μπροσούρες. Τα εμφανίζουν πριν από τις εκλογές, τα επικαλούνται όταν χρειάζεται και τα ξεχνούν όταν αποκτήσουν εξουσία. Η κοινωνία όμως δεν μένει ακίνητη. Οι κρίσεις αλλάζουν, η οικονομία αλλάζει, η τεχνολογία αλλάζει, η διεθνής κατάσταση αλλάζει, η καθημερινότητα των ανθρώπων αλλάζει. Ένα πολιτικό πρόγραμμα που θέλει να παραμείνει ζωντανό δεν μπορεί να είναι πέτρα. Χρειάζεται σταθερή ηθική ραχοκοκαλιά, αλλά ευέλικτες πολιτικές εφαρμογές.

Οι αρχές πρέπει να είναι καθαρές και σταθερές: δικαιοσύνη, διαφάνεια, λογοδοσία, αξιοπρέπεια, κράτος δικαίου, προστασία του πολίτη, εθνική κυριαρχία, συμμετοχή, καταπολέμηση της διαφθοράς και πραγματικός έλεγχος της εξουσίας. Οι συγκεκριμένες πολιτικές όμως πρέπει να μπορούν να εξελίσσονται, όχι αυθαίρετα και όχι με αποφάσεις παρασκηνίου, αλλά μέσα από οργανωμένη διαδικασία, τεκμηρίωση, δημόσια διαβούλευση και ψήφο της βάσης.

Αυτό είναι το πρόγραμμα του μέλλοντος: όχι ένα στατικό μανιφέστο που φυλάσσεται σε συρτάρι, αλλά μια ζωντανή εντολή πολιτών. Ένα πλαίσιο που κρατά τις αξίες του σταθερές και διορθώνει τα εργαλεία του όταν η πραγματικότητα το απαιτεί.

Η συμμετοχή χρειάζεται μηχανισμό, όχι ευχές

Δεν αρκεί μια κίνηση να δηλώνει ότι «ακούει τον λαό». Αυτό το λένε όλοι. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιος δίνει στους πολίτες πραγματικό μηχανισμό πρότασης, επεξεργασίας και απόφασης. Η «Ελπίδα» δεν πρέπει να απαντήσει στην πίεση του συστήματος γράφοντας βιαστικά ένα πρόγραμμα για να κλείσει στόματα. Μπορεί να απαντήσει με κάτι ισχυρότερο: με δημόσια διαδικασία παραγωγής προγράμματος.

Μια τέτοια διαδικασία χρειάζεται χρονοδιάγραμμα, θεματικές ομάδες, τοπικές συνελεύσεις, δικαίωμα πρότασης των μελών, δημόσιο μητρώο προτάσεων και ειδικούς που βοηθούν χωρίς να αντικαθιστούν τους πολίτες. Χρειάζεται διαβούλευση, ψηφοφορίες, δυνατότητα αναθεώρησης όταν αλλάζουν τα δεδομένα και λογοδοσία όσων εκπροσωπούν την κίνηση. Αυτό είναι σοβαρότητα. Όχι να γράψουν δέκα άνθρωποι ένα πρόγραμμα σε ένα γραφείο, αλλά να δημιουργηθεί μια διαδικασία όπου χιλιάδες πολίτες μπορούν να παράγουν πολιτική με τάξη, γνώση και ευθύνη.

Η συμμετοχή των πολιτών δεν είναι φαντασία. Στην Ελβετία, οι πολίτες διαθέτουν εδώ και δεκαετίες εργαλεία άμεσης δημοκρατίας, δημοψηφίσματα και λαϊκές πρωτοβουλίες. Στην Ιρλανδία, οι Συνελεύσεις Πολιτών έφεραν τυχαία επιλεγμένους πολίτες μπροστά σε ειδικούς και δύσκολα κοινωνικά ζητήματα, με προτάσεις που επηρέασαν σημαντικές πολιτικές εξελίξεις. Στην Ταϊβάν, το vTaiwan έδειξε ότι η ψηφιακή διαβούλευση μπορεί να βοηθήσει πολίτες, ειδικούς και κράτος να αναζητήσουν κοινό έδαφος σε σύνθετα θέματα. Κανένα από αυτά τα μοντέλα δεν πρέπει να αντιγραφεί μηχανικά. Η Ελλάδα χρειάζεται τον δικό της δρόμο. Αποδεικνύουν όμως κάτι κρίσιμο: η συμμετοχή μπορεί να οργανωθεί.

Από την άμυνα στη δημοκρατική αντεπίθεση

Όταν το παλιό σύστημα ρωτά «πού είναι το πρόγραμμά σας;», η απάντηση δεν χρειάζεται να είναι αμήχανη. Μπορεί να είναι καθαρή: το πρόγραμμά μας δεν θα το γράψει μια αυλή, ούτε ένας μηχανισμός, ούτε μια κλειστή επιτροπή που θα ζητήσει μετά από τη βάση να χειροκροτήσει. Θα το χτίσουν οι πολίτες. Θα το επεξεργαστούν με κανόνες. Θα το συζητήσουν δημόσια. Θα το διορθώσουν όπου χρειάζεται. Και θα δεσμεύσει όσους αναλάβουν να τους εκπροσωπήσουν.

Τότε η πίεση γυρίζει προς εκείνους που την ασκούν. Ποιος γράφει τα δικά τους προγράμματα; Πότε ρώτησαν πραγματικά τα μέλη τους; Πότε έδωσαν στη βάση δικαίωμα πρότασης και ψήφου; Πότε επέτρεψαν στους πολίτες να διορθώσουν την πολιτική τους; Το πραγματικό πρόβλημα του παλιού συστήματος δεν είναι ότι οι νέες κινήσεις μπορεί να μην έχουν έτοιμο πρόγραμμα. Είναι ότι οι πολίτες μπορεί να αρχίσουν να γράφουν πρόγραμμα μόνοι τους.

Η ευθύνη της ηγεσίας και των μελών

Η Μαρία Καρυστιανού έχει ήδη θέσει ένα ουσιαστικό σημείο: η παλιά διαίρεση αριστεράς και δεξιάς δεν αρκεί για να περιγράψει αυτό που χρειάζεται σήμερα η κοινωνία. Αν αυτό είναι αληθινό, τότε πρέπει να μετατραπεί σε μέθοδο. Αν δεν θέλουμε παλιές ιδεολογικές φυλακές, πρέπει να δημιουργήσουμε ζωντανή δημοκρατική διαδικασία. Αν δεν θέλουμε πολίτες που ακολουθούν γραμμές, πρέπει να τους δώσουμε τη δυνατότητα να συνδιαμορφώνουν γραμμή.

Η ηγεσία έχει εδώ ιστορική ευθύνη. Να μην παρασυρθεί από την πίεση του συστήματος, να μην παρουσιάσει ένα βιαστικό πρόγραμμα μόνο για να απαντήσει στα τηλεοπτικά πάνελ και να μην κλείσει τη συζήτηση πριν ανοίξει. Το αντίθετο χρειάζεται: να καλέσει τη βάση να γράψει το πρόγραμμα, να δώσει εργαλεία, κανόνες, χρονοδιάγραμμα, δικαιώματα και πραγματικό ρόλο στις τοπικές ομάδες. Το ερώτημα «πού είναι το πρόγραμμα;» μπορεί έτσι να γίνει αφετηρία δημοκρατικής αντεπίθεσης.

Αλλά και τα μέλη δεν μπορούν να περιμένουν παθητικά. Αν θέλουν Κίνημα Πολιτών, πρέπει να φερθούν ως πολίτες και όχι ως οπαδοί. Να ζητήσουν διαδικασία, να καταθέσουν προτάσεις, να οργανώσουν τοπικές συζητήσεις, να φέρουν στη συζήτηση γιατρούς για την υγεία, εκπαιδευτικούς για την παιδεία, αγρότες για την παραγωγή, μικρομεσαίους για την οικονομία, νομικούς για τη δικαιοσύνη, νέους για το μέλλον και ανθρώπους της περιφέρειας για την πραγματική Ελλάδα. Η αγανάκτηση πρέπει να μετατραπεί σε πολιτικό σχέδιο.

Η δημοκρατία δεν είναι υπηρεσία που παρέχεται από πάνω. Είναι δύναμη που ασκείται από κάτω.

Πώς μπορεί να ξεκινήσει

Ένα πρακτικό μοντέλο δεν χρειάζεται να είναι περίπλοκο. Η κίνηση μπορεί να ανακοινώσει δημόσια ότι το πρόγραμμά της θα συνδιαμορφωθεί από τη βάση και να ανοίξει θεματικές ενότητες για την υγεία, την παιδεία, τη δικαιοσύνη, την οικονομία, την εργασία, την αγροτική πολιτική, τη δημόσια διοίκηση, την ασφάλεια, την ενέργεια και τα εθνικά θέματα. Κάθε μέλος και κάθε τοπική ομάδα μπορεί να έχει δικαίωμα κατάθεσης πρότασης. Οι προτάσεις μπορούν να μπαίνουν σε δημόσιο μητρώο, ώστε τίποτα να μη χάνεται στη σιωπή. Θεματικές ομάδες με μέλη και ειδικούς μπορούν να τις επεξεργάζονται, να τις ανοίγουν σε διαβούλευση και να τις φέρνουν σε ψηφοφορία ή ιεράρχηση από τη βάση.

Στο τέλος, μια πανελλαδική συνέλευση θα μπορούσε να επικυρώνει το πρώτο πρόγραμμα, με ρητή πρόβλεψη ότι αυτό θα αναθεωρείται όταν τα δεδομένα αλλάζουν. Οι εκπρόσωποι της κίνησης θα δεσμεύονται από τις αποφάσεις που προκύπτουν και όχι από άτυπες ισορροπίες κορυφής. Αυτό δεν είναι χάος. Είναι δημοκρατική αρχιτεκτονική.

Το πραγματικό πλεονέκτημα

Τα παλιά κόμματα μπορούν να αντιγράψουν συνθήματα. Μπορούν να μιλήσουν για διαφάνεια, για λαό, για δικαιοσύνη και για συμμετοχή. Αυτό που δύσκολα μπορούν να κάνουν είναι να παραδώσουν πραγματική δύναμη στα μέλη τους, γιατί οι παλιοί μηχανισμοί ζουν από τον έλεγχο, την ιεραρχία, τις κλειστές αποφάσεις και την πειθαρχία της βάσης. Αν η «Ελπίδα» τολμήσει να κάνει το αντίθετο, αποκτά ένα πλεονέκτημα που δεν είναι επικοινωνιακό αλλά οργανικό.

Το ζήτημα δεν είναι να έχει το πιο όμορφο πρόγραμμα. Είναι να έχει τον πιο δημοκρατικό τρόπο παραγωγής προγράμματος. Αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να πολεμηθεί, γιατί δεν στηρίζεται σε μια υπόσχεση αλλά σε μια διαδικασία. Δεν ζητά από τους πολίτες να πιστέψουν απλώς μια ηγεσία. Τους καλεί να αναλάβουν ευθύνη.

Συμπέρασμα

Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» χρειάζεται πρόγραμμα. Όχι όμως πρόγραμμα-βιτρίνα, ούτε πρόγραμμα-φυλακή, ούτε ένα κείμενο που γράφεται από λίγους και φοριέται στους πολλούς. Χρειάζεται πρόγραμμα ζωντανό, ανοιχτό, τεκμηριωμένο, διαρκές και δημοκρατικά ελεγχόμενο. Ένα πρόγραμμα που δεν θα λέει απλώς τι πιστεύει η ηγεσία, αλλά τι αποφασίζει η βάση.

Η απάντηση στο παλιό σύστημα δεν είναι να χωρέσει μια νέα κίνηση στα κουτιά του. Είναι να σπάσει τα κουτιά με διαδικασία, συμμετοχή, πολιτική ευφυΐα, ευελιξία και ευθύνη. Η πραγματική δημοκρατία δεν φοβάται τον πολίτη. Τον ενεργοποιεί. Και αν η «Ελπίδα» θέλει να είναι αντάξια του ονόματός της, το πρόγραμμά της πρέπει να γεννηθεί εκεί όπου γεννήθηκε και η ίδια: από την κοινωνία.

Το πιο δυνατό πρόγραμμα δεν είναι αυτό που γράφεται για τους πολίτες. Είναι αυτό που γράφεται από τους πολίτες.

Georgios M.