ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ — ΧΩΡΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ. Το έργο δημοσιεύεται αποκλειστικά για ψυχαγωγία. Πρόσωπα, οργανώσεις, επιχειρήσεις, έγγραφα και περιστατικά της πλοκής είναι επινοημένα. Πραγματικοί θεσμοί και ιστορικά στοιχεία χρησιμοποιούνται μόνο ως αφηγηματικό φόντο.
«Όλοι ήθελαν να σώσουν τη δημοκρατία. Το πρόβλημα ήταν ότι ο καθένας εννοούσε μια διαφορετική δημοκρατία.»
Πρόλογος — Το κοντέινερ
Αλεξανδρούπολη, 03:17.
Ο άνεμος ερχόταν από τη θάλασσα μυρίζοντας πετρέλαιο και βρεγμένο σίδερο. Οι γερανοί του λιμανιού έστεκαν πάνω από τα κοντέινερ σαν τεράστια, ακίνητα πουλιά. Στο βάθος, πίσω από δύο σειρές συρματοπλέγματος, στρατιωτικά οχήματα περίμεναν να φορτωθούν σε αμαξοστοιχία με κατεύθυνση τον βορρά. Ο Αντώνης Λέκκας ήξερε ότι οι κάμερες στρέφονταν κάθε σαράντα επτά δευτερόλεπτα. Το είχε μετρήσει επί τρεις νύχτες. Ήξερε επίσης ότι το κενό ανάμεσα στις δύο περιστροφές δεν διαρκούσε έντεκα δευτερόλεπτα, όπως έδειχναν οι προδιαγραφές, αλλά εννέα. Κάποιος είχε αλλάξει το λογισμικό. Έφτασε στο γαλάζιο κοντέινερ με τον αριθμό MRSU 440918-6 και ακούμπησε την παλάμη του στη λαμαρίνα. Δεν υπήρχε σφραγίδα τελωνείου, μόνο ένα λευκό αυτοκόλλητο με μια μικρή μαύρη κουκουβάγια. Έβγαλε από την τσέπη του ένα κλειδί που δεν έπρεπε να υπάρχει.
Μέσα δεν υπήρχαν όπλα· υπήρχαν έξι μεταλλικά κιβώτια, δύο φορητοί διακομιστές και ένας εκτυπωτής καρτών. Στο πρώτο κιβώτιο βρήκε ελληνικές ταυτότητες χωρίς φωτογραφίες. Στο δεύτερο, κινητά τηλέφωνα ακόμη τυλιγμένα σε αντιστατικό πλαστικό. Στο τρίτο, φακέλους με ονόματα. Άνοιξε έναν τυχαία. Στην πρώτη σελίδα υπήρχε το πρόσωπο μιας γυναίκας που όλη η χώρα γνώριζε. Από κάτω, με κόκκινα κεφαλαία, έγραφε:
ΣΤΟΧΟΣ ΑΥΓΗ — ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΗΜΕΡΩΣΗΣ
Ο Λέκκας άκουσε βήματα έξω. Φωτογράφισε τη σελίδα, τράβηξε από τον διακομιστή μια μαύρη κάρτα μνήμης και την έκρυψε μέσα στο μεταλλικό καπάκι του ρολογιού του. Ύστερα έκλεισε τον φάκελο και βγήκε. Στον διάδρομο ανάμεσα στα κοντέινερ στεκόταν ένας άντρας με φωσφορίζον γιλέκο λιμενεργάτη. Δεν ήταν λιμενεργάτης — τα παπούτσια του ήταν υπερβολικά καθαρά.
«Άργησες, Αντώνη», είπε στα ελληνικά με ανεπαίσθητη ξένη προφορά.
Ο Λέκκας έτρεξε. Πρόλαβε να στρίψει δύο φορές, να περάσει κάτω από έναν ανυψωτήρα και να δει την έξοδο του λιμανιού να ανοίγεται μπροστά του. Ύστερα τα φώτα έσβησαν για τρία δευτερόλεπτα. Όταν άναψαν ξανά, ο Αντώνης Λέκκας βρισκόταν γονατισμένος στην άσφαλτο. Δεν είχε ακούσει πυροβολισμό, μόνο ένα ξερό χτύπημα στο στήθος και μετά τη θάλασσα, πιο δυνατή από πριν. Ο άντρας με το γιλέκο έψαξε τις τσέπες του, πήρε το κινητό και το πορτοφόλι του, αλλά δεν βρήκε το ρολόι. Εκείνο είχε κυλήσει κάτω από τις ρόδες ενός σταθμευμένου φορτηγού. Στις 03:29 ένα γερανοφόρο πέρασε από πάνω του και έσπασε το γυαλί. Η κάρτα μνήμης έμεινε ανέπαφη. Στις 06:10, ένας οδηγός από την Κομοτηνή βρήκε το ρολόι, το έβαλε στην τσέπη του και ξέχασε εντελώς τον νεκρό που είχε δει σκεπασμένο με ασημένια κουβέρτα. Τρεις ημέρες αργότερα, το ρολόι θα έφτανε στην Αθήνα. Και μια χώρα θα άρχιζε να καταλαβαίνει ότι οι σκιές της δεν ανήκαν όλες στο σκοτάδι.
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ — Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ
1. Οργανωθείτε μόνοι σας
Η Πελαγία Μάρκου θυμόταν την πρώτη φορά που άκουσε την Ελένη Δράκου να μιλά σαν να θυμόταν σεισμό: όχι τις λέξεις, αλλά τη μετακίνηση του εδάφους. Ήταν Ιούνιος και η πλατεία της Λάρισας είχε γεμίσει χωρίς λεωφορεία, σημαίες ή πληρωμένα μεγάφωνα. Άνθρωποι είχαν έρθει μόνοι τους, με παιδιά στους ώμους και χειρόγραφες πινακίδες. Η Ελένη στεκόταν σε μια πρόχειρη εξέδρα. Δεν είχε πίσω της λογότυπο. Μόνο τη φωτογραφία της κόρης της, της Άννας, που είχε χαθεί δύο χρόνια νωρίτερα στην πυρκαγιά του επιβατηγού Αλκυών μαζί με εκατόν δεκατρείς ανθρώπους. Η επίσημη έρευνα μιλούσε για αλληλουχία ανθρώπινων λαθών. Η Ελένη μιλούσε για μια αλληλουχία ανθρώπων που δεν πλήρωναν ποτέ.
«Μην περιμένετε άλλον σωτήρα», είχε πει. «Οργανωθείτε μόνοι σας».
Η φράση ταξίδεψε γρηγορότερα από οποιοδήποτε πρόγραμμα. Μέσα σε δέκα ημέρες είχαν δημιουργηθεί εβδομήντα τρεις τοπικές ομάδες. Μέσα σε έναν μήνα, διακόσιες. Το Κίνημα της Αυγής δεν γεννήθηκε σαν κόμμα. Γεννήθηκε σαν άρνηση: όχι άλλες κλειστές λίστες, όχι άλλες αποφάσεις χωρίς λογοδοσία, όχι άλλοι αρχηγοί που ζητούσαν από τους πολίτες να χειροκροτούν τη δική τους αδυναμία. Η Πελαγία, πρώην δημοσιογράφος μιας περιφερειακής εφημερίδας που είχε κλείσει όταν άγγιξε τα δάνεια ενός εργολάβου, έγινε συντονίστρια στη Θεσσαλία. Δεν το είχε επιδιώξει· την ψήφισαν επειδή κρατούσε πρακτικά, επέμενε σε κανόνες και δεν χαμογελούσε όταν κάποιος έλεγε τη λέξη «ενότητα» για να αποφύγει μια δύσκολη ερώτηση.
Για έξι μήνες έγραφαν Καταστατικό, προβλέποντας δικαίωμα ανάκλησης των εκπροσώπων, δημοσιοποίηση των δωρεών, ασυμβίβαστο κομματικών και επαγγελματικών ρόλων και υποχρεωτικές ψηφοφορίες της βάσης για τις συμμαχίες. Όσο πιο συγκεκριμένοι γίνονταν, τόσο πιο αόριστες έρχονταν οι απαντήσεις από την Αθήνα: το κέντρο επεξεργαζόταν τις προτάσεις τους, χρειαζόταν υπομονή και, πάνω απ’ όλα, προείχε η προστασία του εγχειρήματος. Η προστασία, σκέφτηκε η Πελαγία, ήταν μια λέξη που μπορούσε να σημαίνει τα πάντα και γι’ αυτό συνήθως σήμαινε εξουσία. Το βράδυ της 14ης Σεπτεμβρίου, ενώ έξω έβρεχε, πενήντα δύο εκπρόσωποι από τη Θεσσαλία συγκεντρώθηκαν σε μια παλιά αίθουσα συνεταιρισμού που μύριζε καφέ, χαρτί και εκείνη την παράξενη χαρά των ανθρώπων που πιστεύουν ότι χτίζουν κάτι πριν προλάβουν να μάθουν πόσο εύκολα γκρεμίζεται. Η Πελαγία άνοιξε τον φορητό υπολογιστή της.
«Αν εγκρίνουμε το σχέδιο απόψε, το στέλνουμε αύριο στην Αθήνα».
Το κινητό της δόνησε. Το μήνυμα ερχόταν από τη Γραμματεία της Αυγής, είχε τίτλο Προσωρινή Οδηγία Οργανωτικής Ασφάλειας και η Πελαγία χρειάστηκε να το διαβάσει δύο φορές για να πιστέψει το περιεχόμενό του: οι τοπικές ομάδες καλούνταν να αναστείλουν κάθε εκλογική διαδικασία, κάθε ανεξάρτητη οργανωτική διαμόρφωση και κάθε δημόσια παρουσίαση καταστατικών προτάσεων, επειδή υπήρχαν, σύμφωνα με την οδηγία, «σοβαρές ενδείξεις συντονισμένης διείσδυσης από εξωγενή κέντρα».
«Τι έγινε;» ρώτησε κάποιος.
Η Πελαγία σήκωσε το κεφάλι. Πενήντα δύο πρόσωπα περίμεναν να τους πει αν ήταν ακόμη πολίτες ή αν είχαν μόλις μετατραπεί σε ύποπτους, όμως, πριν προλάβει να απαντήσει, το κινητό δόνησε ξανά. Το μήνυμα, από άγνωστο αριθμό, ήταν λιτό: «Μην ανοίξεις το συνημμένο. Το τηλέφωνό σου δεν σου ανήκει πια».
2. Οι Αμαζόνες
Στο κτίριο της οδού Ρηγίλλης, όπου στεγαζόταν προσωρινά η ηγεσία της Αυγής, δεν υπήρχε πινακίδα. Η έλλειψη πινακίδας παρουσιαζόταν ως μέτρο ασφαλείας, αλλά έδινε στο κτίριο την όψη ιδιωτικής λέσχης. Η Ελένη Δράκου καθόταν στο κέντρο ενός μακρού τραπεζιού. Μπροστά της υπήρχαν τρία κινητά, δύο φάκελοι και η φωτογραφία της Άννας μέσα σε ασημένια κορνίζα. Είχε αρχίσει να παίρνει τη φωτογραφία παντού. Κάποτε τη βοηθούσε να θυμάται γιατί είχε ξεκινήσει. Τώρα τη βοηθούσε να θυμάται ότι δεν μπορούσε να σταματήσει. Στα δεξιά της καθόταν η Κασσάνδρα Βρέττου, η Κυρία των Συμβολαίων. Ψηλή, ακριβή και πάντα ήρεμη, διηύθυνε ένα δικηγορικό γραφείο που δεν εμφανιζόταν ποτέ στις εφημερίδες, παρότι οι πελάτες του εμφανίζονταν καθημερινά. Είχε φέρει στο Κίνημα δωρητές, χώρους και νομική προστασία. Κάθε βοήθειά της έμοιαζε δωρεάν μέχρι τη στιγμή που κάποιος ζητούσε να δει τους όρους.
Αριστερά βρισκόταν η Μυρτώ Γαλάνη, η Κυρία του Καθρέφτη. Είχε υπάρξει σύμβουλος κρίσεων σε κυβερνήσεις, τράπεζες και τηλεοπτικούς σταθμούς. Δεν ρωτούσε ποτέ τι είχε συμβεί. Ρωτούσε τι μπορούσε να αποδειχθεί ότι είχε συμβεί. Απέναντι από την Ελένη καθόταν η Δανάη Πάλλη, η Κυρία των Υποσχέσεων. Δεν κρατούσε σημειώσεις, γιατί θυμόταν ποιος ήθελε θέση, ποιος ήθελε αναγνώριση και ποιος ήθελε απλώς να τον καλέσουν με το μικρό του όνομα. Ήταν η μόνη από τις τρεις που αγκάλιαζε τους εθελοντές. Ήξερε ότι ένας άνθρωπος που έχει αγκαλιαστεί δημοσίως μπορεί να υπακούσει ιδιωτικά για χρόνια.
«Η οδηγία έχει ήδη σταλεί», είπε η Μυρτώ. «Μέχρι το πρωί θα μιλούν όλοι για την απόπειρα κατάληψης».
«Δεν υπάρχει απόπειρα κατάληψης», είπε η Ελένη.
Η Κασσάνδρα έσπρωξε προς το μέρος της έναν φάκελο.
«Υπάρχουν μεταφορές χρημάτων σε λογαριασμούς τεσσάρων τοπικών συντονιστών».
«Από ποιον;»
«Μη επαληθευμένες πηγές».
Η Ελένη δεν άνοιξε τον φάκελο. «Τότε γιατί είναι πάνω στο τραπέζι μου;» Η Μυρτώ έγειρε μπροστά. «Επειδή αν περιμένουμε να επαληθευτεί μια διείσδυση, θα έχει ήδη ολοκληρωθεί».
«Από ποιον;» επέμεινε η Ελένη.
Οι τρεις γυναίκες αντάλλαξαν ένα βλέμμα τόσο σύντομο, ώστε κάποιος λιγότερο κουρασμένος δεν θα το είχε προσέξει.
«Οι Ρώσοι δοκιμάζουν κοινωνικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη», είπε η Κασσάνδρα.
«Οι Αμερικανοί φοβούνται οτιδήποτε μπορεί να απειλήσει τη στρατηγική σταθερότητα», πρόσθεσε η Μυρτώ.
«Και οι δικοί μας φοβούνται ότι θα τους πάρεις τη χώρα», είπε η Δανάη.
Η Ελένη κοίταξε τη φωτογραφία της κόρης της. «Ποιοι είναι οι δικοί μας;» Κανείς δεν απάντησε. Στον επάνω όροφο, πίσω από μια πόρτα χωρίς αριθμό, ένας τεχνικός παρακολουθούσε τη σύσκεψη από τέσσερις μικρές οθόνες. Δεν εργαζόταν για το Κίνημα. Η εταιρεία που τον πλήρωνε είχε συσταθεί πριν από οκτώ μήνες στην Κύπρο και ανήκε σε μια αλυσίδα εταιρειών που κατέληγε σε ταχυδρομική θυρίδα του Ντέλαγουερ. Στο ακουστικό του ακούστηκε μια αντρική φωνή στα αγγλικά.
«Η Δράκου ρώτησε για το δίκτυο;»
«Όχι με το όνομά του».
«Και η Βρέττου;»
«Ακολουθεί το πρωτόκολλο».
«Ποιο πρωτόκολλο;»
Ο τεχνικός κοίταξε τη μαύρη κουκουβάγια που αναβόσβηνε στη γωνία της οθόνης.
«Δεν είναι δικό μας», είπε.
Η γραμμή κόπηκε.
3. Το ρολόι
Ο οδηγός από την Κομοτηνή λεγόταν Στέργιος και είχε την ατυχία να είναι τίμιος σε μια εποχή που η τιμιότητα έμοιαζε με κακή κάλυψη. Βρήκε στο σπασμένο ρολόι μια χαραγμένη διεύθυνση: Π. Μάρκου, Λάρισα. Το έστειλε με κούριερ. Η Πελαγία παρέλαβε το δέμα δύο ημέρες μετά την οδηγία. Αναγνώρισε το όνομα του αποστολέα που ήταν χαραγμένο στο πίσω μέρος. Αντώνης Λέκκας. Τον είχε γνωρίσει δέκα χρόνια πριν, όταν εκείνος δούλευε στην ασφάλεια του λιμανιού και εκείνη ερευνούσε μια σειρά απευθείας αναθέσεων. Της είχε δώσει τότε ένα έγγραφο και μια συμβουλή. Αν ποτέ σου στείλω κάτι χωρίς να σε πάρω πρώτα τηλέφωνο, σημαίνει ότι δεν μπορώ να σε πάρω. Έμαθε για τον θάνατό του από μια μικρή είδηση: εργατικό δυστύχημα, νυχτερινή βάρδια, έρευνα σε εξέλιξη. Άνοιξε το ρολόι με ένα μαχαίρι. Η κάρτα μνήμης έπεσε στο τραπέζι.
Δεν την έβαλε στον υπολογιστή της. Πήγε στο παλιό γραφείο της εφημερίδας, που είχε μείνει κλειστό και σκονισμένο, βρήκε έναν υπολογιστή χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο και φόρτωσε τα αρχεία. Ήταν εκατοντάδες: λίστες μελών της Αυγής, αριθμοί τηλεφώνων, πολιτικές προτιμήσεις, χρέη, ιατρικά δεδομένα, ερωτικές σχέσεις και φωτογραφίες από ιδιωτικές συναντήσεις, μαζί με αναφορές που έφεραν τίτλους όπως ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΠΙΕΣΗΣ, ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ και ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ. Όταν άνοιξε τον φάκελο με το όνομά της, η πρώτη παράγραφος περιέγραφε τη δημοσιογραφική της πορεία, η δεύτερη τα οικονομικά της και η τρίτη τον γάμο της που είχε τελειώσει πριν από τέσσερα χρόνια· η τέταρτη, όμως, ανέφερε μια αποβολή που δεν γνώριζε ούτε η μητέρα της. Η Πελαγία σηκώθηκε τόσο απότομα, ώστε η καρέκλα έπεσε πίσω της. Στο τέλος του φακέλου υπήρχε μια ένδειξη:
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΜΗ ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ. ΥΨΗΛΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ. ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ: ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ / ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ / ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ.
Από κάτω, τρία αρχικά: K.V. — M.G. — D.P. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από το κτίριο. Η Πελαγία έκλεισε την οθόνη και έβγαλε την κάρτα. Από το παράθυρο είδε δύο άντρες να κατεβαίνουν. Ο ένας φορούσε κοστούμι. Ο άλλος κρατούσε έναν κόκκινο πυροσβεστήρα. Δεν χτύπησαν την πόρτα. Ο άντρας με τον πυροσβεστήρα έσπασε το τζάμι. Η Πελαγία έτρεξε στο πίσω δωμάτιο. Δεν υπήρχε έξοδος, μόνο ένα στενό παράθυρο πάνω από τις παλιές τυπογραφικές μηχανές. Σκαρφάλωσε, έσκισε το παντελόνι της σε μια μεταλλική γωνία και έπεσε στην αυλή. Πίσω της ακούστηκε η πόρτα να υποχωρεί. Πέρασε έναν χαμηλό τοίχο και βγήκε σε παράδρομο. Ένα μαύρο μηχανάκι φρέναρε δίπλα της. Ο οδηγός φορούσε κράνος.
«Αν ήθελα να σε σκοτώσω, θα ήσουν ήδη κάτω», είπε.
Η Πελαγία δεν κουνήθηκε. Ο άντρας σήκωσε τη ζελατίνα. Ήταν ο Πέτρος Σαρρής, ο παλιός υπεύθυνος δημόσιου λόγου της Αυγής, ο άνθρωπος που η Αθήνα είχε εξαφανίσει χωρίς να απολύσει.
«Ανέβα», είπε. «Σε κυνηγούν δύο υπηρεσίες και κάτι χειρότερο».
«Τι χειρότερο;»
Ο Πέτρος κοίταξε τους άντρες που εμφανίστηκαν στο τέλος του δρόμου.
«Έλληνες».
4. Ο Αμερικανός
Ο Μάικλ Χέιλ δεν έμοιαζε με πράκτορα. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που είχε μάθει στο Φαρμ: όποιος έμοιαζε με πράκτορα ήταν είτε ηλίθιος είτε δόλωμα. Στην πρεσβεία τον ήξεραν ως σύμβουλο ενεργειακής ασφάλειας. Είχε πραγματικά σπουδάσει ενεργειακή πολιτική, μπορούσε να μιλήσει επί μία ώρα για υγροποιημένο φυσικό αέριο και γνώριζε τα σημεία συμφόρησης των βαλκανικών δικτύων καλύτερα από τους περισσότερους υπουργούς. Η καλύτερη κάλυψη ήταν μια αλήθεια από την οποία έλειπε μόνο το σημαντικότερο κομμάτι. Στις 08:40 μπήκε στην αίθουσα χωρίς παράθυρα του υπογείου. Στην οθόνη υπήρχε η φωτογραφία του Αντώνη Λέκκα.
«Το αντικείμενο δεν βρέθηκε», είπε η αναλύτρια.
«Κάρτα;»
«Πιθανώς. Ο διακομιστής κατέγραψε αφαίρεση μονάδας».
«Ποιος καθάρισε τη σκηνή;»
«Η ελληνική πλευρά λέει ότι δεν ήταν δικοί της».
Ο Χέιλ χαμογέλασε χωρίς χιούμορ. Η «ελληνική πλευρά» δεν ήταν μία. Ήταν υπουργεία που παρακολουθούσαν υπηρεσίες, υπηρεσίες που παρακολουθούσαν υπουργούς, επιχειρηματίες που πλήρωναν απόστρατους και απόστρατοι που κρατούσαν φακέλους για όλους.
«Οι Ρώσοι;»
«Δεν ταιριάζει η μέθοδος».
«Άρα ταιριάζει απόλυτα».
Η αναλύτρια άλλαξε εικόνα. Εμφανίστηκε το πρόσωπο της Πελαγίας.
«Ο Λέκκας είχε επαφή μαζί της πριν από δέκα χρόνια. Χθες εξαφανίστηκε για έξι ώρες. Κάμερες κατέγραψαν δύο άντρες να μπαίνουν στο παλιό της γραφείο».
«Δικοί μας;»
«Όχι».
«Ρώσοι;»
«Όχι».
Ο Χέιλ αναστέναξε. «Πάλι Έλληνες». Το Κίνημα της Αυγής είχε περάσει το όριο ενδιαφέροντος της CIA όταν οι μυστικές δημοσκοπήσεις το έφεραν στο δεκαοκτώ τοις εκατό. Όχι επειδή η Ουάσιγκτον αποφάσιζε ποιος κυβερνούσε την Ελλάδα — αυτή ήταν η βολική μυθολογία τόσο των αντιαμερικανών όσο και των υπερφίαλων Αμερικανών — αλλά επειδή κάθε δύναμη που μπορούσε να αλλάξει συμφωνίες για λιμάνια, βάσεις, ενέργεια και κυρώσεις γινόταν αναγκαστικά μεταβλητή. Η εντολή του Χέιλ ήταν απλή: να διαπιστώσει αν η Αυγή είχε διαβρωθεί από τη Μόσχα. Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν ήταν καθόλου απλή. Τους τελευταίους μήνες είχαν εντοπίσει χρήματα από βρετανικές εταιρείες-κελύφη, λογαριασμούς στην Κύπρο και μια γυναίκα που εμφανιζόταν σε εκδηλώσεις του Κινήματος με το όνομα Σοφία Μάνου. Το διαβατήριό της ήταν αυθεντικό. Η γέννησή της, όχι. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο προϊστάμενος σταθμού.
«Η Αθήνα ζητά να σταματήσουμε την έρευνα για το κοντέινερ».
«Ποια Αθήνα;»
«Ακριβώς».
Ο Χέιλ κοίταξε ξανά τη φωτογραφία της Πελαγίας.
«Θα τη βρούμε πριν από τους Ρώσους».
«Και πριν από τους Έλληνες;»
«Δεν ξέρω αν υπάρχει τέτοιο πράγμα».
Στην οθόνη εμφανίστηκε ειδοποίηση. Το κινητό της Πελαγίας είχε ενεργοποιηθεί για δώδεκα δευτερόλεπτα κοντά στον σταθμό Λαρίσης. Ο Χέιλ πήρε το σακάκι του. Την ίδια στιγμή, σε ένα υπόγειο ανθοπωλείο στην Κυψέλη, η Σοφία Μάνου έλαβε την ίδια ειδοποίηση σε ένα τηλέφωνο που δεν είχε κατασκευαστεί για να πωλείται. Έγραψε στα ρωσικά: Η κάρτα κινείται. Ενεργοποιήστε την Κασσάνδρα.
5. Η γυναίκα που δεν γεννήθηκε
Η Σοφία Μάνου είχε ελληνική ληξιαρχική πράξη, ελληνικό απολυτήριο και παιδικές φωτογραφίες σε μια παραλία της Χαλκιδικής. Είχε επίσης έναν πατέρα θαμμένο στη Δράμα και μια μητέρα που πέθανε σε οίκο ευγηρίας. Ο πατέρας δεν είχε υπάρξει ποτέ. Η μητέρα είχε πιστέψει μέχρι τέλους ότι η Σοφία ήταν η ανιψιά μιας παλιάς φίλης. Το πραγματικό της όνομα ήταν Ιρίνα Σεργκέγεβνα Βόλκοβα. Είχε εκπαιδευτεί επί επτά χρόνια για να μην το ακούει όταν κοιμόταν. Οι δάσκαλοί της την έμαθαν να γράφει σαν Ελληνίδα, να βρίζει σαν Θεσσαλονικιά και να θυμώνει όταν κάποιος έβαζε κανέλα στον φραπέ. Της έδωσαν αναμνήσεις με λεπτομέρειες: το χρώμα ενός ποδηλάτου, μια ουλή από αχινό, έναν πρώτο έρωτα που λεγόταν Τάσος. Έπειτα την άφησαν στην Ελλάδα για δώδεκα χρόνια χωρίς ούτε μία αποστολή. Η αναμονή είχε αποδειχθεί το ακριβότερο κομμάτι μιας ψεύτικης ζωής.
Όταν τελικά ενεργοποιήθηκε, ο κόσμος είχε αλλάξει. Η Ρωσία δεν ζητούσε πια μόνο στρατιωτικά μυστικά, αλλά ρωγμές: κινήματα που μπορούσαν να ενισχυθούν, οργές που μπορούσαν να στραφούν και αλήθειες που μπορούσαν να ανακατευτούν με ψέματα μέχρι κανείς να μην ξεχωρίζει τη γεύση. Η Αυγή έμοιαζε ιδανική, καθώς ήταν πατριωτική χωρίς να παραμένει σταθερά δυτική, κοινωνική χωρίς να είναι αριστερή και αντισυστημική χωρίς σαφές πρόγραμμα — ένα δοχείο που μπορούσε να γεμίσει με οτιδήποτε. Η Ιρίνα, ωστόσο, είχε ανακαλύψει κάτι που δεν περίμενε η Μόσχα: κάποιος άλλος είχε φτάσει πρώτος. Το Πρωτόκολλο της Αυγής δεν είχε ούτε ρωσική ούτε αμερικανική υπογραφή· ήταν γραμμένο στα ελληνικά, με τη στεγνή γλώσσα παλιών κρατικών εγγράφων, και βασιζόταν σε μια ιδέα που η χώρα γνώριζε πολύ πριν εφευρεθεί ο όρος «υβριδικός πόλεμος»: δεν χρειάζεται να διαλύσεις ένα κίνημα, αρκεί να το βοηθήσεις να γίνει αυτό που μισεί.
Η Κασσάνδρα μπήκε στο ανθοπωλείο στις 10:05. Δεν κοίταξε την Ιρίνα. Πήγε κατευθείαν στα λευκά κρίνα.
«Έχεις δύο λεπτά», είπε.
«Η Μάρκου έχει την κάρτα».
Το χέρι της Κασσάνδρας σταμάτησε πάνω από ένα άνθος. «Αυτό δεν ήταν στη συμφωνία».
«Οι συμφωνίες αλλάζουν».
«Όχι οι δικές μου».
Η Ιρίνα χαμογέλασε. «Όλες οι συμφωνίες σου αλλάζουν. Γι’ αυτό πληρώνεσαι τόσο καλά για να τις γράφεις». Η Κασσάνδρα γύρισε και την κοίταξε. Για πρώτη φορά, η ψυχραιμία της είχε μια ρωγμή.
«Τι θέλει η Μόσχα;»
«Το ίδιο που θέλει η Ουάσιγκτον. Μια Ελλάδα προβλέψιμη».
«Αυτό δεν είναι το ίδιο».
«Όχι. Αλλά είναι η ίδια προσβολή».
Η πόρτα του ανθοπωλείου άνοιξε. Ένας ηλικιωμένος μπήκε, ζήτησε τρία κόκκινα τριαντάφυλλα και περίμενε. Η Ιρίνα άλλαξε γλώσσα.
«Βρες την κάρτα πριν απόψε», είπε στα γαλλικά. «Αλλιώς θα μάθει η Δράκου ποιος πλήρωσε τα πρώτα της γραφεία».
Η Κασσάνδρα πήρε ένα λευκό κρίνο και το έσπασε στη μέση.
«Αν πέσω», είπε επίσης στα γαλλικά, «θα σε πάρει μαζί μου ολόκληρη η χώρα».
Ο ηλικιωμένος με τα τριαντάφυλλα πλήρωσε και βγήκε. Στο αυτοκίνητό του, δύο τετράγωνα πιο πέρα, έστειλε την ηχογράφηση στον Μάικλ Χέιλ. Ο Χέιλ άκουσε τη συνομιλία μία φορά και ψιθύρισε:
«Η Κασσάνδρα δουλεύει για τους Ρώσους».
Ο Έλληνας σύνδεσμός του, ο Νίκος Αργύρης, κούνησε το κεφάλι.
«Όχι», είπε. «Οι Ρώσοι δουλεύουν πάνω στην Κασσάνδρα».
«Ποια είναι η διαφορά;»
«Στην Ελλάδα; Περίπου διακόσια χρόνια».
6. Η πρώτη προδοσία
Ο Πέτρος έκρυψε την Πελαγία σε ένα άδειο διαμέρισμα στα Πατήσια, πάνω από ένα συνεργείο που δούλευε όλη νύχτα. Είχε καλύψει τα παράθυρα με αλουμινόχαρτο και είχε αφήσει τα κινητά τους μέσα σε μια κατσαρόλα.
«Αυτό δεν σταματά τίποτα», είπε η Πελαγία.
«Το ξέρω. Αλλά με ηρεμεί».
Η κάρτα ήταν κρυπτογραφημένη σε τρία επίπεδα. Το πρώτο είχε ανοίξει μόνο του. Το δεύτερο ζητούσε έναν κωδικό που δεν είχαν. Το τρίτο δεν φαινόταν καν. Ο Πέτρος διάβασε τον φάκελό του. Υπήρχαν απομαγνητοφωνήσεις τηλεφωνικών συνομιλιών, ονόματα πηγών, ακόμη και η θεραπεία που έκανε κρυφά για κρίσεις πανικού.
«Με είχαν πριν μπω στην Αυγή», είπε.
Η Πελαγία κατάλαβε τι σήμαινε. Το σύστημα παρακολούθησης δεν είχε στηθεί για το Κίνημα. Το Κίνημα είχε απλώς προστεθεί σε κάτι παλιότερο.
«Ποιος σε έβγαλε από τη μέση;»
«Η Μυρτώ. Έστησε παράλληλο επικοινωνιακό γραφείο. Όταν το ανακάλυψα, μου είπαν ότι υπήρχαν ανησυχίες για τις επαφές μου».
«Ποιες επαφές;»
Ο Πέτρος γέλασε. «Εσένα». Στην κάρτα βρήκαν ένα βίντεο από την αίθουσα της Ρηγίλλης. Η Ελένη συνομιλούσε με τις τρεις Αμαζόνες. Η λήψη ήταν από ψηλά, κρυφή. Η ημερομηνία: δύο εβδομάδες πριν από την οδηγία. Η Κασσάνδρα άπλωσε στο τραπέζι τέσσερις φωτογραφίες. «Αυτοί είναι οι άνθρωποι που οργανώνουν την κατάληψη της βάσης». Η κάμερα δεν έδειχνε καθαρά τα πρόσωπα. Ο Πέτρος πάγωσε το καρέ και μεγέθυνε. Η πρώτη φωτογραφία ήταν της Πελαγίας. Η δεύτερη του ίδιου. Η τρίτη ενός αγρότη από την Καρδίτσα που είχε πεθάνει πριν από έξι μήνες. Η τέταρτη ήταν της Ιρίνα, αλλά με άλλο όνομα: Σοφία Μάνου — πιθανή ρωσική αξιωματικός.
«Τουλάχιστον ένα είναι αληθινό», είπε η Πελαγία.
Στο βίντεο, η Ελένη έσπρωξε τις φωτογραφίες μακριά.
«Δεν θα στραφώ εναντίον των ανθρώπων μου με υποψίες».
Η Μυρτώ έβαλε μπροστά της ένα κινητό. Ακούστηκε η φωνή της Πελαγίας να λέει: «Αν χρειαστεί, θα πάρουμε το Κίνημα από τα χέρια της». Η Πελαγία ένιωσε το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό της.
«Δεν το είπα ποτέ».
Ο Πέτρος γύρισε προς το μέρος της. Για μια στιγμή — μόνο μία — δεν την πίστεψε. Ήταν αρκετό.
«Είναι συνθετική φωνή», είπε. «Άκου την αναπνοή. Δεν υπάρχει».
Στο βίντεο, η Ελένη λύγισε. Όχι πολύ. Αρκετά.
«Τι προτείνετε;» ρώτησε.
Η Μυρτώ χαμογέλασε με τη θλίψη γιατρού που ανακοινώνει αναγκαίο ακρωτηριασμό.
«Μια προσωρινή παύση. Μέχρι να καθαρίσει το τοπίο».
Το βίντεο τελείωσε. Η Πελαγία κοίταξε τον Πέτρο. «Της έδωσαν ένα ψέμα που περιείχε μια αλήθεια. Έτσι το κατάπιε». Κάποιος χτύπησε τρεις φορές την πόρτα. Ο Πέτρος έβγαλε πιστόλι.
«Έχεις όπλο;»
«Από τότε που η Μυρτώ άρχισε να μιλά για ενότητα».
Ακούστηκε μια φωνή από τον διάδρομο.
«Νίκος Αργύρης. Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών».
Ο Πέτρος όπλισε. Η φωνή συνέχισε:
«Σε σαράντα δευτερόλεπτα θα κοπεί το ρεύμα. Σε εξήντα θα μπουν άνθρωποι που δεν θα συστηθούν. Αν θέλετε να ζήσετε, ανοίξτε τώρα».
Το ρεύμα κόπηκε.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ — ΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
7. Η διαφυγή
Ο Νίκος Αργύρης μπήκε στο διαμέρισμα κρατώντας τα χέρια ανοιχτά. Ήταν γύρω στα πενήντα, με γκρίζους κροτάφους και το πρόσωπο ανθρώπου που κοιμόταν ελάχιστα αλλά θυμόταν τα πάντα.
«Πίσω σκάλα», είπε.
Ο Πέτρος δεν κατέβασε το όπλο. «Πώς μας βρήκες;»
«Με τον ίδιο τρόπο που σας βρήκαν κι εκείνοι. Το μηχανάκι σου έχει πομπό».
Από τον δρόμο ακούστηκε ένα βαν να φρενάρει. Ο Νίκος έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό πλαστικό κουτί και το πέταξε στον Πέτρο. Μέσα υπήρχε ένας πομπός μεγέθους νομίσματος.
«Τον έβγαλα πριν ανέβω. Τώρα νομίζουν ότι είστε δύο τετράγωνα ανατολικά. Έχουμε περίπου ένα λεπτό μέχρι να καταλάβουν ότι τους δούλεψα».
Κατέβηκαν από τη σκάλα κινδύνου. Στον δεύτερο όροφο άνοιξε μια πόρτα και μια γυναίκα με ρόμπα τούς κοίταξε χωρίς έκπληξη. Στην Αθήνα, όποιος ζούσε αρκετά χρόνια σε παλιά πολυκατοικία μάθαινε ότι η επιβίωση βασιζόταν στο να μην κάνει τη σωστή ερώτηση τη λάθος στιγμή. Μπήκαν σε ένα γκρίζο αυτοκίνητο. Ο Νίκος οδήγησε χωρίς φώτα μέχρι την επόμενη γωνία και μετά χάθηκε στην κίνηση της Πατησίων.
«Για ποιον δουλεύεις;» ρώτησε η Πελαγία.
«Αυτή είναι παλιά ερώτηση».
«Δώσε μου μια καινούργια».
«Ποιος πιστεύει ακόμη ότι δουλεύω γι’ αυτόν;»
Ο Νίκος είχε υπηρετήσει στην ΕΥΠ είκοσι επτά χρόνια. Είχε δει κυβερνήσεις να αλλάζουν διευθυντές και διευθυντές να αλλάζουν μόνο τα ονόματα στους φακέλους. Είχε παρακολουθήσει τρομοκράτες, λαθρεμπόρους, διπλωμάτες, υπουργούς και ανθρώπους που δεν ήταν τίποτα από αυτά μέχρι τη στιγμή που κάποιος αποφάσιζε ότι ήταν.
«Το Κίνημα δεν είναι η επιχείρηση», είπε. «Είναι η δοκιμή».
«Τι δοκιμάζουν;»
«Αν μπορείς να ελέγξεις μια πολιτική δύναμη χωρίς να ελέγχεις τον αρχηγό της».
Η Πελαγία θυμήθηκε το αρχείο: Διαδικασία Εξημέρωσης.
«Ποιοι;»
Ο Νίκος έστριψε απότομα σε ένα υπόγειο πάρκινγκ. Σταμάτησε στο χαμηλότερο επίπεδο και έσβησε τη μηχανή.
«Όταν ήμουν νέος, μας έλεγαν ότι το παρακράτος ήταν μια ασθένεια του παρελθόντος. Απόστρατοι, αντικομμουνιστικές οργανώσεις, χαφιέδες, φάκελοι. Μετά κατάλαβα ότι δεν ήταν οργανισμός. Ήταν τεχνική. Το κράτος αλλάζει κυβέρνηση. Η τεχνική αλλάζει πελάτη».
Ο Πέτρος κάθισε μπροστά. «Και τώρα ποιος είναι ο πελάτης;»
«Όλοι. Τράπεζες, εφοπλιστές, εργολάβοι, ξένες υπηρεσίες, κόμματα. Αλλά το δίκτυο κρατά πάντα ένα αντίγραφο για τον εαυτό του».
Έβγαλε έναν φάκελο από κάτω από το κάθισμα. Στο εξώφυλλο υπήρχε η ίδια μαύρη κουκουβάγια.
«Το λέμε Αρχείο Κ. Δεν ξέρω τι σημαίνει το Κ. Κράτος, κέντρο, κέρδος. Ίσως τίποτα. Έχει επιβιώσει από δικτατορίες, μεταπολιτεύσεις, χρεοκοπίες και εκλογές. Όχι επειδή είναι πανίσχυρο. Επειδή είναι χρήσιμο».
Η Πελαγία άνοιξε τον φάκελο. Στην πρώτη σελίδα βρισκόταν ένα οργανόγραμμα χωρίς ονόματα. Κύκλοι που τέμνονταν: Δικαιοσύνη, Μέσα, Επιχειρήσεις, Άμυνα, Υπηρεσίες, Κόμματα. Στο κέντρο υπήρχε μία λέξη: ΣΥΝΕΧΕΙΑ.
«Η κάρτα του Λέκκα μπορεί να δείξει ποιος έδωσε την εντολή», είπε ο Νίκος. «Αλλά χρειαζόμαστε το δεύτερο κλειδί».
«Πού είναι;»
Ο Νίκος κοίταξε την Πελαγία.
«Μέσα στο Κίνημα».
Ένας κρότος ακούστηκε πάνω από το αυτοκίνητο. Η οροφή βαθούλωσε. Ο Πέτρος άνοιξε την πόρτα και πυροβόλησε προς τη ράμπα. Μια σκιά έπεσε πίσω από κολόνα. Ο Νίκος έβαλε μπροστά, έσπασε την μπάρα της εξόδου και βγήκε στην οδό Αχαρνών. Στο πίσω τζάμι υπήρχε τώρα μια τέλεια στρογγυλή τρύπα.
«Δικοί σου;» φώναξε η Πελαγία.
Ο Νίκος κοίταξε τον καθρέφτη.
«Αυτό φοβάμαι».
8. Η δεύτερη φωνή
Η Μυρτώ Γαλάνη είχε μάθει να αντιμετωπίζει τις κρίσεις όπως άλλοι αντιμετώπιζαν τις κηδείες: με μαύρα ρούχα, χαμηλή φωνή και απόλυτο έλεγχο της σειράς με την οποία θα έκλαιγαν οι άνθρωποι. Στις εννέα το πρωί κάλεσε τους δημοσιογράφους σε έκτακτη ενημέρωση.
«Το Κίνημα της Αυγής βρίσκεται αντιμέτωπο με μια συντονισμένη επιχείρηση αποσταθεροποίησης», είπε. «Ξένες δυνάμεις και εγχώρια συμφέροντα επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τη δημοκρατική μας ανοιχτότητα».
Δεν ανέφερε την Πελαγία. Δεν χρειαζόταν. Μέσα σε μισή ώρα, ανώνυμοι λογαριασμοί δημοσίευσαν φωτογραφίες της δίπλα σε Ρώσο πολιτιστικό ακόλουθο από μια δεξίωση πριν από εννέα χρόνια. Στις έντεκα, ένα ενημερωτικό site αποκάλυψε ότι η τοπική ομάδα της Θεσσαλίας είχε λάβει δωρεά από εταιρεία με έδρα τη Βουλγαρία. Η εταιρεία ανήκε σε έναν Έλληνα που ζούσε στο Βερολίνο. Αυτό δεν αναφερόταν. Στις δώδεκα, εμφανίστηκε η ηχογράφηση. Η φωνή της Πελαγίας ακουγόταν καθαρά: «Αν χρειαστεί, θα πάρουμε το Κίνημα από τα χέρια της». Η Μυρτώ παρακολουθούσε τους αριθμούς να ανεβαίνουν. Δύο εκατομμύρια προβολές. Τριάντα χιλιάδες κοινοποιήσεις. Οι άνθρωποι δεν πίστευαν όλοι την ηχογράφηση. Αλλά αρκετοί πίστευαν ότι θα μπορούσε να είναι αληθινή. Στην πολιτική, το «θα μπορούσε» είχε σκοτώσει περισσότερους χαρακτήρες από το «είναι». Το τηλέφωνό της χτύπησε.
«Προχώρησε πιο γρήγορα απ’ όσο συμφωνήσαμε», είπε ο άντρας στα αγγλικά.
Η Μυρτώ αναγνώρισε τον Μάικλ Χέιλ.
«Δεν συμφωνήσαμε τίποτα».
«Μου είπες ότι θα περιορίσεις τους ριζοσπάστες».
«Σου είπα ότι θα προστατέψω τη δυτική κατεύθυνση του Κινήματος».
«Με κατασκευασμένες ηχογραφήσεις;»
Η Μυρτώ κοίταξε τον τεχνικό απέναντί της. Εκείνος κατέβασε τα μάτια.
«Δεν ξέρω για τι μιλάς».
«Τότε κάποιος χρησιμοποιεί το δικό σου σύστημα χωρίς να σε ρωτά».
Για πρώτη φορά εκείνο το πρωί, η Μυρτώ έχασε τον ρυθμό της.
«Ποιο σύστημα;»
«Αυτό που σου πούλησε η εταιρεία από τη Ζυρίχη. Έλεγξες ποτέ ποιος έγραψε πραγματικά το λογισμικό;»
Η γραμμή έκλεισε. Η Μυρτώ σηκώθηκε, πήγε στο διπλανό δωμάτιο και κλείδωσε την πόρτα. Στον τοίχο υπήρχε ένα παράλληλο κέντρο επικοινωνίας με δώδεκα οθόνες. Χάρτες συναισθήματος, ροές αναρτήσεων, κατάλογοι επιρροής. Στην κεντρική οθόνη, ένα πρόγραμμα πρότεινε φράσεις που θα αύξαναν τον φόβο χωρίς να φαίνονται επιθετικές.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ: Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΟΣΟΥΣ ΚΑΤΑΧΡΩΝΤΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ.
Η Μυρτώ άνοιξε τον πίνακα διαχείρισης και διαπίστωσε ότι ο λογαριασμός της είχε περιορισμένα δικαιώματα. Πληκτρολόγησε πρώτα τον κωδικό του τεχνικού και ύστερα εκείνον της Κασσάνδρας, όμως και οι δύο απορρίφθηκαν. Τότε εμφανίστηκε στη γωνία η μαύρη κουκουβάγια και ένα μήνυμα άρχισε να γράφεται μόνο του:
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ, ΚΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ. ΑΠΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΕΡΑ, Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΔΕΝ ΣΑΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ.
Οι οθόνες έσβησαν. Στο μαύρο γυαλί, η Μυρτώ είδε επιτέλους το πρόσωπό της χωρίς αφήγημα.
9. Το δωμάτιο 314
Το δεύτερο κλειδί βρισκόταν, σύμφωνα με τον Νίκο, σε ένα ξενοδοχείο κοντά στην Ομόνοια. Δωμάτιο 314, χρηματοκιβώτιο πίσω από μια κακοτυπωμένη εικόνα της Ακρόπολης.
«Ποιος το άφησε;» ρώτησε η Πελαγία.
«Ένας άνθρωπος που νόμιζε ότι μπορούσε να φύγει από το Αρχείο Κ».
«Τι απέγινε;»
«Έπεσε από το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου».
«Και πέθανε;»
«Τρεις μέρες μετά, σε τροχαίο».
Το ξενοδοχείο είχε τρεις εξόδους και έξι κάμερες. Ο Νίκος έμεινε στο αυτοκίνητο. Η Πελαγία και ο Πέτρος μπήκαν σαν ζευγάρι που τσακωνόταν. Στο ασανσέρ, ο Πέτρος τής έδωσε ένα μικρό ακουστικό.
«Αν ακούσεις δύο κλικ, πέσε κάτω».
«Και αν ακούσω ένα;»
«Δεν θα προλάβεις να ρωτήσεις».
Το δωμάτιο 314 ήταν ξεκλείδωτο. Η εικόνα της Ακρόπολης κρεμόταν στραβά. Πίσω της υπήρχε το χρηματοκιβώτιο. Ο κωδικός που τους είχε δώσει ο Νίκος — 210467, η ημερομηνία του πραξικοπήματος — το άνοιξε. Μέσα βρισκόταν ένας κόκκινος φάκελος και μια συσκευή σαν παλιό βομβητή. Η Πελαγία πήρε τη συσκευή. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους. Η Ιρίνα στεκόταν δίπλα στο παράθυρο. Κρατούσε πιστόλι με σιγαστήρα.
«Δώσε μου το κλειδί», είπε στα ελληνικά.
Ο Πέτρος χαμογέλασε. «Σοφία Μάνου;»
«Αυτό το όνομα το αγαπώ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε».
«Δεν υπάρχεις».
«Οι περισσότεροι άνθρωποι υπάρχουν μόνο στα χαρτιά κάποιου κράτους».
Η Πελαγία έσφιξε τη συσκευή. «Σκότωσες τον Λέκκα;»
«Όχι. Προσπάθησα να τον προειδοποιήσω».
«Γιατί να σε πιστέψω;»
«Δεν χρειάζεται. Χρειάζεται μόνο να καταλάβεις ότι αν ανοίξεις το τρίτο επίπεδο, δεν θα αποκαλύψεις μια συνωμοσία. Θα πυροδοτήσεις πολλές».
Από το ακουστικό ακούστηκαν δύο κλικ. Η Πελαγία έπεσε. Το τζάμι έσπασε. Η Ιρίνα γύρισε, πυροβόλησε προς το απέναντι κτίριο και κύλησε πίσω από το κρεβάτι. Ο Πέτρος τράβηξε την Πελαγία στο μπάνιο.
«Ελεύθερος σκοπευτής», φώναξε.
«Αμερικανός;» ρώτησε η Ιρίνα.
«Εσύ θα ξέρεις».
«Αν ήταν Αμερικανός, θα είχε καλύτερη γωνία».
Δεύτερη σφαίρα χτύπησε τον τοίχο. Η Πελαγία κοίταξε τον αεραγωγό πάνω από την μπανιέρα. Ήταν αρκετά μεγάλος για έναν άνθρωπο χωρίς φόβο ή με πολύ φόβο. Ξεβίδωσε το κάλυμμα με το μεταλλικό άκρο της συσκευής. Η Ιρίνα μπήκε στο μπάνιο.
«Πρώτα εσύ», είπε.
«Για να με πυροβολήσεις από πίσω;»
«Αν ήθελα την πλάτη σου, θα περίμενα να γίνεις πολιτικός».
Σύρθηκαν μέσα στον αεραγωγό. Ο Πέτρος ακολούθησε τελευταίος, πυροβολώντας δύο φορές προς την πόρτα. Κατέβηκαν σε ένα δωμάτιο καθαρισμού του δεύτερου ορόφου και βγήκαν στον διάδρομο. Το ασανσέρ άνοιξε. Ο Μάικλ Χέιλ στεκόταν μέσα, κρατώντας το υπηρεσιακό του όπλο χαμηλά. Για λίγα δευτερόλεπτα, CIA, FSB και δύο Έλληνες πολίτες κοιτάχτηκαν κάτω από το τρεμάμενο φως ενός φτηνού ξενοδοχείου.
«Δεν ήμουν εγώ στο απέναντι κτίριο», είπε ο Χέιλ.
Η Ιρίνα σήκωσε το όπλο της. «Αυτό ακριβώς θα έλεγες».
«Αν ήμουν εγώ, θα είχα καλύτερη γωνία».
Η Ιρίνα κοίταξε την Πελαγία. «Σου το είπα». Στο ισόγειο ακούστηκαν πολλαπλές φωνές και βαριά βήματα. Ο Χέιλ πάτησε το κουμπί για το υπόγειο.
«Μπορούμε να αλληλοσκοτωθούμε μετά», είπε. «Οι Έλληνες ανεβαίνουν».
10. Οι ξένοι
Το υπόγειο του ξενοδοχείου συνδεόταν με ένα εγκαταλελειμμένο κινηματογράφο. Εκεί, ανάμεσα σε σκονισμένα καθίσματα και μια σκισμένη οθόνη, οι τέσσερις πλευρές μιας αόρατης σύγκρουσης κάθισαν προσωρινά στην ίδια σειρά. Ο Χέιλ έδειξε την υπηρεσιακή του ταυτότητα. Η Ιρίνα δεν έδειξε τίποτα.
«Η χώρα μου δεν ελέγχει την Αυγή», είπε ο Χέιλ.
«Η χώρα σου δεν ελέγχει ούτε τις δικές της επιχειρήσεις», απάντησε η Ιρίνα.
«Και η δική σου δεν ελέγχει τους πολίτες της χωρίς να τους ρίχνει από παράθυρα».
«Αυτό ήταν χαμηλό».
«Κυριολεκτικά».
Η Πελαγία χτύπησε το μπράτσο του καθίσματος. «Δεν είμαστε σε διαγωνισμό αυτοκρατορικής υποκρισίας. Τι είναι το Πρωτόκολλο;» Ο Χέιλ και η Ιρίνα σώπασαν. Αυτή ήταν η πρώτη χρήσιμη απάντηση: και οι δύο ήξεραν. Ο Αμερικανός μίλησε πρώτος.
«Ένα μοντέλο πολιτικού ελέγχου. Συλλέγει δεδομένα, χαρτογραφεί σχέσεις, εντοπίζει ποιον μπορείς να αγοράσεις, να φοβίσεις ή να απομονώσεις. Μετά εισάγει συμβούλους, δωρητές και κρίσεις στο κατάλληλο σημείο».
«Λάθος», είπε η Ιρίνα. «Το μοντέλο δεν ελέγχει ανθρώπους. Ελέγχει τον χρόνο. Καθυστερεί ό,τι δίνει εξουσία στη βάση και επιταχύνει ό,τι δίνει εξουσία στο κέντρο. Δεν χρειάζεται να αγοράσει όλους. Αρκεί να κουράσει τους ανυπόμονους και να ανταμείψει τους πρόθυμους».
Ο Πέτρος γύρισε προς την Ιρίνα. «Το χρησιμοποιεί η Μόσχα;»
«Θα ήθελε».
«Η Ουάσιγκτον;»
Ο Χέιλ δεν απάντησε αμέσως. «Κάποιοι εργολάβοι ασφαλείας προσπάθησαν να αγοράσουν αντίγραφο».
«Άρα όλοι ξέρετε για το ελληνικό παρακράτος και κανείς δεν το σταματά».
«Όταν ένα δίκτυο σου δίνει πληροφορίες για τρομοκρατία, διαφθορά, ρωσικές επιχειρήσεις και τις κινήσεις της άλλης πλευράς», είπε ο Χέιλ, «είναι δύσκολο να αποφασίσεις ποια ημέρα γίνεται ξαφνικά εγκληματικό».
Η Ιρίνα γέλασε. «Η ημέρα είναι πάντα εκείνη που σταματά να δουλεύει για σένα». Η Πελαγία έβαλε το δεύτερο κλειδί στην υποδοχή ενός απομονωμένου φορητού υπολογιστή. Η κάρτα του Λέκκα ζήτησε βιομετρική επιβεβαίωση.
ΦΩΝΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ.
«Τίνος φωνή;» ρώτησε.
Ο κόκκινος φάκελος περιείχε μόνο μια φωτογραφία. Η Ελένη Δράκου έβγαινε από ένα αυτοκίνητο μαζί με την Κασσάνδρα. Πίσω από το παρμπρίζ, σχεδόν αόρατος, καθόταν ένας ηλικιωμένος άντρας. Ο Νίκος, που είχε φτάσει από άλλη έξοδο, πήρε τη φωτογραφία και άσπρισε.
«Λεωνίδας Καλλέργης».
«Ποιος είναι;»
«Κανείς. Κι αυτό είναι το βιογραφικό του».
Ο Καλλέργης είχε υπάρξει δικαστικός σύμβουλος, γενικός γραμματέας, διοικητής δημόσιου οργανισμού και μέλος δεκάδων επιτροπών που δεν είχαν αφήσει πρακτικά. Δεν είχε εκλεγεί ποτέ. Είχε υπηρετήσει δεκατέσσερις κυβερνήσεις και επιβιώσει από όλες. Ο Νίκος έδειξε τη συσκευή-κλειδί.
«Χρειάζεται τη φωνή του».
Η Ιρίνα κοίταξε το ρολόι. «Απόψε θα είναι στη δεξίωση του Ιδρύματος Αιγέας». Ο Χέιλ σηκώθηκε. «Εκεί θα είναι η μισή κυβέρνηση, τρεις πρέσβεις και όποιος αγοράζει την άλλη μισή».
«Τέλεια», είπε η Πελαγία. «Θα χαθούμε μέσα στην οικογένεια».
11. Το Ίδρυμα
Η δεξίωση γινόταν σε ένα νεοκλασικό σπίτι με θέα την Ακρόπολη. Η πρόσκληση μιλούσε για την ανθεκτικότητα των δημοκρατικών θεσμών. Στο ισόγειο, άνθρωποι που δεν είχαν περιμένει ποτέ σε δημόσια υπηρεσία συζητούσαν πώς θα βελτιωθεί το κράτος. Η Πελαγία μπήκε με πλαστή πρόσκληση ως εκπρόσωπος ενός ιδρύματος από τις Βρυξέλλες. Η Ιρίνα εμφανίστηκε ως Ελληνίδα συλλέκτρια τέχνης. Ο Χέιλ δεν χρειαζόταν κάλυψη· οι άνθρωποι υπέθεταν ότι κάθε Αμερικανός της πρεσβείας είχε δικαίωμα να βρίσκεται παντού. Ο Πέτρος και ο Νίκος έμειναν στο βαν απέναντι. Ο Λεωνίδας Καλλέργης στεκόταν μόνος δίπλα σε μια βιβλιοθήκη. Ήταν εβδομήντα οκτώ, μικρόσωμος, σχεδόν διάφανος, με λευκά μαλλιά και βλέμμα που δεν σταματούσε ποτέ πάνω σε πρόσωπο αρκετά ώστε να θεωρηθεί αγένεια. Γύρω του σχηματιζόταν ένας κενός κύκλος. Όχι επειδή κανείς δεν τον γνώριζε, αλλά επειδή όλοι γνώριζαν ότι εκείνος θα επέλεγε ποιον ήθελε να γνωρίσει. Η Πελαγία πλησίασε κρατώντας ένα ποτήρι.
«Κύριε Καλλέργη, θαυμάζω το έργο σας».
«Ποιο από όλα;»
«Αυτό που δεν φαίνεται».
Ο ηλικιωμένος την κοίταξε. Δεν ξαφνιάστηκε.
«Η κυρία Μάρκου. Η φωνή της περιφέρειας».
«Η φωνή που κατασκευάσατε ή η άλλη;»
«Όλες οι φωνές κατασκευάζονται. Οι αυθεντικές απλώς έχουν φτωχότερη παραγωγή».
Στο φόρεμά της υπήρχε μικρόφωνο. Στο βαν, ο Νίκος κατέγραφε.
«Θέλω να μου πείτε τι είναι η Διαδικασία Εξημέρωσης».
Ο Καλλέργης χαμογέλασε. «Μια άσχημη λέξη για μια αναγκαία πράξη».
«Να κλέβετε κινήματα από τους ανθρώπους;»
«Να εμποδίζουμε τους ανθρώπους να καταστρέψουν τη χώρα κάθε φορά που θυμώνουν».
«Ποιοι είστε εσείς;»
«Εκείνοι που μένουν όταν τελειώνει το χειροκρότημα».
Η Πελαγία ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται, αλλά κράτησε τη φωνή της ήρεμη. «Και η Δράκου;»
«Ένα ειλικρινές πρόσωπο. Τα ειλικρινή πρόσωπα είναι πολύτιμα, επειδή κανείς δεν υποψιάζεται εκείνους που τα κρατούν στο φως».
«Την εκβιάζετε;»
«Την προστατεύουμε».
«Από ποιον;»
«Από εσάς».
Στο ακουστικό της, ο Νίκος ψιθύρισε: «Χρειαζόμαστε συγκεκριμένη φράση. Ρώτησέ τον ποιος ενέκρινε το Πρωτόκολλο». Η Πελαγία πλησίασε. «Ποιος ενέκρινε το Πρωτόκολλο της Αυγής;» Ο Καλλέργης σήκωσε το ποτήρι του.
«Το Πρωτόκολλο της Αυγής εγκρίθηκε από τη Συνέχεια».
Στο βαν ακούστηκε ένας ήχος επιβεβαίωσης. Η φωνή είχε καταγραφεί. Την ίδια στιγμή, όλα τα φώτα της δεξίωσης έσβησαν. Ένα χέρι άρπαξε την Πελαγία από τον ώμο. Ένιωσε μια βελόνα στον λαιμό και προσπάθησε να φωνάξει. Το σώμα της δεν υπάκουσε. Πριν χάσει τις αισθήσεις της, άκουσε τον Καλλέργη να ψιθυρίζει δίπλα στο αυτί της:
«Το λάθος σας είναι ότι νομίζετε πως εγώ βρίσκομαι στην κορυφή».
12. Η αιχμάλωτη
Η Πελαγία ξύπνησε σε δωμάτιο χωρίς παράθυρα. Στον τοίχο υπήρχε μια κάμερα και απέναντί της η Ελένη Δράκου. Δεν ήταν δεμένη. Η Αρχηγός φορούσε μαύρο παντελόνι και λευκό πουκάμισο. Έμοιαζε μικρότερη από τις οθόνες και μεγαλύτερη από τη γυναίκα που είχε σταθεί στην πλατεία.
«Πού είμαστε;» ρώτησε η Πελαγία.
«Δεν ξέρω».
«Πώς ήρθες;»
«Με έφεραν».
«Ποιοι;»
Η Ελένη κοίταξε την κάμερα. «Εκείνοι που με προστατεύουν». Η Πελαγία γέλασε. «Ακόμη το πιστεύεις;»
«Μου έδειξαν συνομιλίες. Χρήματα. Επαφές με ξένες υπηρεσίες».
«Μου έδειξαν τον φάκελό μου. Ξέρουν πράγματα που δεν ξέρεις ούτε εσύ για τον εαυτό σου».
Η Ελένη χαμήλωσε τα μάτια. Η Πελαγία κατάλαβε. «Σε εκβιάζουν».
«Δεν είναι τόσο απλό».
«Είναι πάντα τόσο απλό όταν το λέει εκείνος που δεν πληρώνει το τίμημα».
Η Ελένη σηκώθηκε. Για μια στιγμή επέστρεψε η γυναίκα της πλατείας.
«Τρεις ημέρες πριν ανακοινώσω το Κίνημα, κάποιος έστειλε στο σπίτι μου φωτογραφίες της Άννας από το νεκροτομείο. Εικόνες που δεν είχε ούτε ο δικηγόρος μου. Μαζί υπήρχε ένα σημείωμα: Μην αφήσεις τον πόνο σου να βλάψει άλλους. Μετά άρχισαν να ακολουθούν τον γιο μου».
Η Πελαγία δεν μίλησε.
«Η Κασσάνδρα ήρθε την επόμενη μέρα», συνέχισε η Ελένη. «Είπε ότι μπορούσε να μας προστατέψει. Δεν ζήτησε τίποτα. Στην αρχή».
«Και μετά;»
«Μετά κάθε κίνδυνος είχε μία λύση. Κάθε λύση έφερνε έναν καινούργιο άνθρωπο. Κάθε άνθρωπος έκλεινε άλλη μια πόρτα».
«Γιατί δεν το είπες;»
«Σε ποιον; Στην αστυνομία; Στις υπηρεσίες; Στα κανάλια που δημοσίευαν ήδη ό,τι τους έδιναν; Στη βάση, για να βάλω στόχο πάνω σε χιλιάδες ανθρώπους;»
Η Πελαγία ένιωσε τον θυμό της να συναντά κάτι πιο δύσκολο από ενοχή: φόβο που είχε λογική.
«Υπέγραψες την οδηγία».
«Ναι».
«Ήταν ψέμα».
«Το ξέρω τώρα».
Η κάμερα κινήθηκε ελαφρά. Η Πελαγία πήγε δίπλα στην Ελένη και ψιθύρισε: «Ο Λέκκας έκλεψε το Πρωτόκολλο. Έχουμε τα κλειδιά. Χρειαζόμαστε μόνο πρόσβαση». Η Ελένη την κοίταξε στα μάτια.
«Στο συνέδριο», είπε δυνατά. «Αύριο θα παρουσιάσουν το Καταστατικό».
«Ποιο Καταστατικό;»
«Αυτό που έγραψαν χωρίς εσάς. Δίνει στην πρόεδρο δικαίωμα να διορίζει τις τοπικές διοικήσεις για δύο χρόνια».
«Και θα το υπογράψεις;»
Η Ελένη κοίταξε ξανά την κάμερα.
«Ναι», είπε.
Η Πελαγία έκανε ένα βήμα πίσω, σαν να τη χτύπησε. Τότε η Ελένη την αγκάλιασε. Το στόμα της ακούμπησε στο αυτί της.
«Το μικρόφωνο του βήματος συνδέεται με όλες τις οθόνες», ψιθύρισε. «Αν θέλεις να κάψεις ένα ψέμα, χρειάζεσαι πολύ φως».
Η πόρτα άνοιξε. Η Κασσάνδρα στεκόταν στο κατώφλι.
«Χαίρομαι», είπε, «που επιτέλους γνωριστήκατε».
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ — ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
13. Οι τρεις συμφωνίες
Η Κασσάνδρα οδήγησε την Ελένη έξω και άφησε την Πελαγία μόνη. Δέκα λεπτά αργότερα, η πόρτα άνοιξε ξανά. Αυτή τη φορά μπήκε η Δανάη.
«Δεν έχουμε πολύ χρόνο», είπε.
Η Πελαγία την κοίταξε δύσπιστα. «Ήρθες να μου υποσχεθείς κάτι;»
«Ήρθα να σου πω ότι η Κασσάνδρα θα σε παραδώσει στον Καλλέργη πριν από το συνέδριο. Η Μυρτώ έχει εξαφανιστεί. Η Ελένη βρίσκεται υπό συνεχή επιτήρηση».
«Κι εσύ;»
Η Δανάη χαμογέλασε κουρασμένα. «Εγώ κάνω αυτό που έκανα πάντα. Διαλέγω ποιος θα μου χρωστάει αύριο». Άφησε πάνω στο τραπέζι μια κάρτα πρόσβασης.
«Για ποιον δουλεύεις;»
«Για την επόμενη ημέρα».
Η Πελαγία δεν άγγιξε την κάρτα. «Αυτό δεν είναι απάντηση».
«Είναι η μόνη ειλικρινής απάντηση στην πολιτική».
Η Δανάη της αποκάλυψε ότι οι τρεις Αμαζόνες δεν είχαν μπει στο Κίνημα ως ομάδα. Η Κασσάνδρα εκπροσωπούσε ένα ελληνικό επιχειρηματικό κονσόρτσιουμ που ήθελε την Αυγή ακίνδυνη για τις συμβάσεις υποδομών. Η Μυρτώ είχε δεχτεί τεχνική και οικονομική βοήθεια από δυτικό δίκτυο συμβούλων, πιστεύοντας ότι απέτρεπε ρωσική διείσδυση. Η Δανάη είχε στρατολογηθεί από το Αρχείο Κ για να χαρτογραφήσει φιλοδοξίες και αδυναμίες.
«Και η Ιρίνα;»
«Η Μόσχα βρήκε την Κασσάνδρα αργότερα και την πίεσε. Δεν την ελέγχει. Κανείς δεν ελέγχει πραγματικά κανέναν εδώ. Αυτό είναι το μυστικό. Όλοι κρατούν ένα κομμάτι εκβιασμού και το ονομάζουν ισορροπία».
«Γιατί με βοηθάς;»
Η Δανάη ακούμπησε τα δάχτυλα στο τραπέζι. Για πρώτη φορά δεν είχε έτοιμη φράση.
«Επειδή είδα το τελικό σχέδιο. Μετά το συνέδριο θα υπάρξει προβοκάτσια σε διαδήλωση της βάσης. Νεκροί, αν χρειαστεί. Θα κατηγορηθούν ρωσικά υποκινούμενα στοιχεία και η Αυγή θα ζητήσει η ίδια έκτακτα μέτρα. Το Κίνημα θα επιβιώσει. Οι πολίτες του όχι».
Η Πελαγία πήρε την κάρτα.
«Τι θέλεις σε αντάλλαγμα;»
«Αν πετύχεις, να πεις ότι βοήθησα».
«Κι αν αποτύχω;»
Η Δανάη πήγε προς την πόρτα.
«Τότε δεν συναντηθήκαμε ποτέ».
Η κάρτα άνοιγε έναν υπηρεσιακό διάδρομο που κατέληγε στο γκαράζ. Η Πελαγία βγήκε χωρίς να συναντήσει κανέναν. Στη ράμπα την περίμενε η Μυρτώ, μέσα σε ένα μικρό αυτοκίνητο.
«Μπες».
Η Πελαγία έμεινε ακίνητη. «Πόσες από εσάς θα με σώσετε σήμερα;»
«Καμία. Προσπαθούμε να σώσουμε τον εαυτό μας».
Μπήκε. Η Μυρτώ οδήγησε προς το Φάληρο. Της έδωσε έναν εξωτερικό δίσκο.
«Εδώ είναι το παράλληλο κέντρο επικοινωνίας. Οι ψεύτικοι λογαριασμοί, οι λίστες δημοσιογράφων, τα προσχέδια επιθέσεων. Και η συνθετική φωνή σου».
«Εσύ τη δημιούργησες».
«Το σύστημά μου τη δημιούργησε».
«Αυτή είναι η αγαπημένη πρόταση των δειλών».
Η Μυρτώ έσφιξε το τιμόνι. «Νόμιζα ότι πολεμούσα μια ρωσική επιχείρηση».
«Κι έτσι έγινες ελληνική».
Σταμάτησαν σε κόκκινο φανάρι. Ένα μηχανάκι πλησίασε από δεξιά. Ο συνεπιβάτης έβγαλε όπλο. Η Μυρτώ είδε την κίνηση στον καθρέφτη και έσπρωξε την Πελαγία κάτω. Οι σφαίρες έσπασαν το τζάμι. Το αυτοκίνητο πέρασε το κόκκινο, χτύπησε ένα ταξί και ανέβηκε στο πεζοδρόμιο. Η Μυρτώ έχασε τον έλεγχο. Έπεσαν πάνω σε κολόνα. Η Πελαγία άνοιξε τα μάτια. Είχε αίμα στο μέτωπο, αλλά μπορούσε να κινηθεί. Η Μυρτώ ήταν πεσμένη πάνω στο τιμόνι. Μια σφαίρα είχε μπει κάτω από τον ώμο της.
«Πάρε τον δίσκο», ψιθύρισε.
«Θα έρθει ασθενοφόρο».
Η Μυρτώ γέλασε και έβηξε αίμα. «Ακόμη πιστεύεις πολύ στους θεσμούς». Η Πελαγία πίεσε την πληγή με τα χέρια της.
«Ποιος έδωσε την εντολή;»
Η Μυρτώ κοίταξε έξω, προς τη θάλασσα που δεν φαινόταν.
«Η Συνέχεια δεν είναι άνθρωπος», είπε. «Είναι συμφωνία».
Ύστερα σταμάτησε να αναπνέει.
14. Η νύχτα πριν από την αυγή
Το συνέδριο θα άρχιζε στις δέκα το πρωί στο παλιό κλειστό γήπεδο του Φαλήρου. Δώδεκα χιλιάδες μέλη είχαν λάβει προσκλήσεις, αλλά κανείς δεν ήξερε με ποιο κριτήριο είχαν θεωρηθεί μέλη. Άλλοι που είχαν δουλέψει από την πρώτη ημέρα έμεναν έξω. Άγνωστα πρόσωπα εμφανίζονταν στις λίστες ως αντιπρόσωποι. Το πρόβλημα της δημοκρατίας, σκέφτηκε η Πελαγία, δεν ήταν μόνο ποιος μετρούσε τις ψήφους. Ήταν ποιος αποφάσιζε ποιοι δικαιούνταν να ψηφίσουν. Συναντήθηκε με τον Πέτρο, τον Νίκο, τον Χέιλ και την Ιρίνα σε μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη δίπλα στις γραμμές του ηλεκτρικού. Κανείς δεν σχολίασε το παράξενο της συμμαχίας. Η νύχτα είχε ξεπεράσει την ειρωνεία. Ο Νίκος ένωσε την κάρτα του Λέκκα, το φωνητικό κλειδί του Καλλέργη και τον δίσκο της Μυρτώς. Το τρίτο επίπεδο άνοιξε. Στην οθόνη εμφανίστηκε το Πρωτόκολλο.
Δεν ήταν ένα απλό έγγραφο, αλλά εβδομήντα τέσσερα χρόνια οργανωμένης μνήμης: φάκελοι από τη δεκαετία του πενήντα, δίκτυα πληροφοριοδοτών, σχέδια «θεσμικής σταθεροποίησης» και κατάλογοι συνδικαλιστών, δικαστών, αξιωματικών και εκδοτών. Μετά τη μεταπολίτευση άλλαζε η γλώσσα, όχι η λογική· οι «εθνικοί κίνδυνοι» γίνονταν «κίνδυνοι αστάθειας», οι χαφιέδες μεταμορφώνονταν σε συμβούλους και οι φάκελοι σε βάσεις δεδομένων, ενώ οι ξένες πρεσβείες εμφανίζονταν άλλοτε ως χρηματοδότες και άλλοτε ως στόχοι, συνήθως και τα δύο. Ο Χέιλ βρήκε αναφορές σε αμερικανικές επαφές και η Ιρίνα σε σοβιετικές και ρωσικές, αλλά κανείς τους δεν χαμογέλασε.
«Όλοι το ταΐζαμε», είπε ο Νίκος. «Και όλοι νομίζαμε ότι ήταν το κατοικίδιό μας».
Η Πελαγία άνοιξε το αρχείο της Αυγής. Το σχέδιο είχε τρεις φάσεις. Πρώτη: προσέγγιση της ηγεσίας μέσω προστασίας και πόρων. Δεύτερη: καθυστέρηση θεσμών, ασάφεια μελών, συγκρότηση άτυπου κέντρου. Τρίτη: ελεγχόμενη κρίση, εκκαθάριση βάσης, ενσωμάτωση του Κινήματος στο υπάρχον σύστημα. Στο τέλος υπήρχε η αυριανή επιχείρηση με κωδικό ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ. Ομάδα προβοκατόρων θα προκαλούσε σύγκρουση έξω από το γήπεδο. Ένα όπλο είχε ήδη τοποθετηθεί σε αυτοκίνητο τοπικού συντονιστή. Ένα προηχογραφημένο μήνυμα, με τη φωνή της Πελαγίας, θα καλούσε τους διαδηλωτές να «πάρουν πίσω το Κίνημα με κάθε μέσο».
«Πρέπει να το δημοσιεύσουμε τώρα», είπε ο Πέτρος.
«Αν ανεβάσουμε εβδομήντα χρόνια αρχείων χωρίς επαλήθευση, θα τα πουν ρωσική κατασκευή», είπε ο Χέιλ.
«Αν τα δώσουμε σε δυτικό μέσο, θα τα πουν αμερικανική επιχείρηση», είπε η Ιρίνα.
Ο Νίκος κοίταξε την Πελαγία. «Χρειαζόμαστε κάτι που θα δουν όλοι ταυτόχρονα και δεν θα μπορεί να απομονωθεί από το πλαίσιο». Η Πελαγία σκέφτηκε το μικρόφωνο του συνεδρίου.
«Θα το ανοίξουμε μπροστά τους».
Ο Πέτρος κούνησε το κεφάλι. «Το γήπεδο θα είναι φρούριο».
«Εγώ μπορώ να μπω», είπε η Ιρίνα.
Ο Χέιλ γέλασε. «Σε ξέρει κάθε δυτική υπηρεσία στην Ευρώπη».
«Αλλά όχι οι εθελοντές ταξιθεσίας».
Ο Νίκος μοίρασε ρόλους. Ο Πέτρος θα έμπαινε με τους τεχνικούς της μετάδοσης. Η Ιρίνα θα απενεργοποιούσε το εσωτερικό δίκτυο ασφαλείας. Ο Χέιλ θα εξασφάλιζε ότι οι αμερικανικές αρχές δεν θα «παρεξηγούσαν» τη ρωσική παρουσία ως επιχείρηση επίθεσης. Ο Νίκος θα έβρισκε και θα αφόπλιζε τους προβοκάτορες.
«Κι εσύ;» ρώτησε ο Πέτρος την Πελαγία.
«Θα μπω από την κεντρική πόρτα».
«Σε ψάχνει όλη η χώρα».
«Τότε δεν θα χρειαστεί να συστηθώ».
Λίγο πριν χωριστούν, ο Χέιλ έπιασε την Πελαγία από το χέρι.
«Αν βγουν όλα αυτά, θα πέσουν κυβερνήσεις. Θα εκτεθούν επιχειρήσεις εν εξελίξει. Άνθρωποι μπορεί να πεθάνουν».
«Αυτό είναι απειλή;»
«Είναι η στιγμή που ένας πράκτορας προσπαθεί να θυμηθεί αν είναι και πολίτης».
«Και;»
Ο Χέιλ την άφησε.
«Δεν το έχω αποφασίσει».
15. Η μεγάλη αίθουσα
Το πρωί, η Αθήνα ξύπνησε κάτω από χαμηλό, κίτρινο ουρανό. Από νωρίς σχηματίστηκαν ουρές έξω από το γήπεδο. Μέλη με κονκάρδες, οικογένειες θυμάτων, αγρότες, φοιτητές, παλιοί κομματικοί που είχαν αλλάξει περισσότερες σημαίες απ’ όσες θυμούνταν. Απέναντι συγκεντρώνονταν όσοι είχαν αποκλειστεί. Κρατούσαν ένα μόνο πανό: ΟΡΓΑΝΩΘΗΚΑΜΕ. ΓΙΑΤΙ ΜΑΣ ΦΟΒΑΣΤΕ; Η Πελαγία πλησίασε την κεντρική είσοδο με κουκούλα. Στα σκαλιά την αναγνώρισε ένας νεαρός εθελοντής.
«Εσύ είσαι».
Οι γύρω γύρισαν. Κινητά σηκώθηκαν. Η Πελαγία κατέβασε την κουκούλα.
«Ναι».
Οι υπεύθυνοι ασφαλείας κινήθηκαν προς το μέρος της. Πριν φτάσουν, μια ηλικιωμένη γυναίκα μπήκε ανάμεσά τους.
«Είναι εκπρόσωπός μας», είπε.
Άλλοι πλησίασαν. Δέκα, πενήντα, εκατό. Δεν ήξεραν αν η Πελαγία ήταν προδότρια. Ήξεραν μόνο ότι κανείς δεν είχε δικαίωμα να την εξαφανίσει πριν μιλήσει. Οι πόρτες άνοιξαν από μέσα. Η Δανάη στεκόταν εκεί με κονκάρδα οργανωτικής επιτροπής.
«Αφήστε την», είπε. «Εντολή της προέδρου».
Ήταν ψέμα. Αλλά μερικά ψέματα ανοίγουν πόρτες που η αλήθεια βρίσκει κλειστές. Στην αίθουσα, οι οθόνες έδειχναν εικόνες της Ελένης με την κόρη της. Μουσική ανέβαινε. Χιλιάδες άνθρωποι φώναζαν «Αυγή». Για μια στιγμή η Πελαγία ένιωσε ξανά την αρχική συγκίνηση. Αυτό ήταν το επικίνδυνο με τα κινήματα: ακόμη και όταν τα είχαν καταλάβει, η ελπίδα των ανθρώπων μέσα τους παρέμενε αληθινή. Ο Πέτρος μίλησε στο ακουστικό της. «Είμαι στο control. Έχουμε πρόσβαση σε δύο από τις τέσσερις οθόνες». Η Ιρίνα: «Το εσωτερικό δίκτυο έχει δεύτερο κύκλωμα. Χρειάζομαι τρία λεπτά». Ο Νίκος: «Εντόπισα το αυτοκίνητο με το όπλο. Οι προβοκάτορες είναι ήδη μέσα στο πλήθος έξω». Ο Χέιλ δεν ακούστηκε. Η Ελένη ανέβηκε στο βήμα. Το πλήθος σηκώθηκε όρθιο.
Μίλησε για την Άννα, για το Αλκυών, για τη δικαιοσύνη που καθυστερούσε μέχρι να μοιάζει με άρνηση. Μίλησε για την ανάγκη να προστατευτεί το Κίνημα. Κάθε φράση είχε δύο νοήματα. Η Κασσάνδρα καθόταν στην πρώτη σειρά και την παρακολουθούσε.
«Σήμερα», είπε η Ελένη, «κάνουμε το αποφασιστικό βήμα. Αποκτούμε κανόνες».
Το σχέδιο Καταστατικού εμφανίστηκε στις οθόνες. Η Πελαγία είδε ανθρώπους να χειροκροτούν πριν προλάβουν να διαβάσουν. Η Ελένη έφτασε στην τελευταία σελίδα. Εκεί βρισκόταν η υπογραφή της.
«Για να προχωρήσουμε», είπε, «πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε ποιοι είμαστε».
Η Κασσάνδρα σηκώθηκε από τη θέση της. Η Ελένη δεν κοίταξε το Καταστατικό. Κοίταξε την κάμερα.
«Κι εγώ δεν ξέρω πια ποια είμαι».
Η αίθουσα πάγωσε.
«Τώρα», ψιθύρισε η Πελαγία.
Οι οθόνες τρεμόπαιξαν.
16. Η διακοπή
Στις δύο πρώτες οθόνες εμφανίστηκε η μαύρη κουκουβάγια. Στις άλλες δύο παρέμεινε το πρόσωπο της Ελένης. Η αίθουσα χωρίστηκε οπτικά στα δύο, σαν μια χώρα που δεν μπορούσε να συμφωνήσει ούτε για το τι έβλεπε. Ο Πέτρος άνοιξε το αρχείο του Λέκκα. Στην οθόνη εμφανίστηκε ο τίτλος ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΗΜΕΡΩΣΗΣ και από κάτω το σχέδιο των τριών φάσεων. Η Κασσάνδρα έδωσε εντολή στους άντρες ασφαλείας. Η Δανάη στάθηκε μπροστά τους.
«Η πρόεδρος μιλά», είπε.
«Φύγε».
«Μου υποσχέθηκαν ότι θα έχω ρόλο», απάντησε η Δανάη και χαμογέλασε. «Αποφάσισα να τον πάρω».
Έξω από το γήπεδο ακούστηκε έκρηξη κρότου και οι προβοκάτορες άρχισαν να σπρώχνουν το πλήθος προς τις αστυνομικές γραμμές. Ο Νίκος ακολουθούσε έναν άντρα με κόκκινο καπέλο και τον είδε να βγάζει από το σακίδιό του ένα μπουκάλι που δεν περιείχε βενζίνη, αλλά αίμα ανακατεμένο με χημική ουσία που μύριζε καμένο πριν ακόμη ανάψει — ένα θέαμα σχεδιασμένο για τις κάμερες. Πρόλαβε να τον ακινητοποιήσει, όμως ένας δεύτερος άντρας τον χτύπησε από πίσω και τον έριξε κάτω, καθώς το πλήθος άρχιζε να τρέχει. Μέσα στην αίθουσα, την ίδια στιγμή, η Πελαγία ανέβηκε στο βήμα, ενώ η Κασσάνδρα βρισκόταν μόλις λίγα μέτρα μακριά.
«Το Κίνημα βρίσκεται υπό επίθεση!» φώναξε. «Κλείστε τη μετάδοση».
Η Ελένη πήρε ξανά το μικρόφωνο.
«Ναι», είπε. «Βρίσκεται υπό επίθεση. Από εκείνους που με έπεισαν ότι οι πολίτες μου ήταν ο εχθρός».
Στην οθόνη έπαιξε το βίντεο με τη συνθετική φωνή της Πελαγίας και ακολούθησαν η κυματομορφή, η τεχνική ανάλυση της κατασκευής, οι λίστες των μελών, οι κατηγορίες πίεσης, οι δωρητές και οι εντολές καθυστέρησης. Το πλήθος δεν αντέδρασε ενιαία: κάποιοι φώναζαν «ψέματα», άλλοι «ντροπή», ενώ αρκετοί κοιτούσαν σιωπηλοί τα ονόματά τους να περνούν από τις οθόνες. Η Ιρίνα έφτασε στο δεύτερο κύκλωμα, γνωρίζοντας ότι, για να το ανοίξει, έπρεπε να συνδέσει απευθείας το τηλέφωνό της και να μεταδώσει έτσι τη θέση και την πραγματική της ταυτότητα σε κάθε υπηρεσία που παρακολουθούσε. Είχε χτίσει τη Σοφία επί δώδεκα χρόνια και δίστασε μόλις δώδεκα δευτερόλεπτα προτού συνδέσει το καλώδιο. Οι τέσσερις οθόνες ενώθηκαν και, στην πρεσβεία, το σύστημα αναγνώρισε το πρωτόκολλο της συσκευής της, εμφανίζοντας τη φωτογραφία της μπροστά στον προϊστάμενο του Χέιλ.
«Έχουμε ενεργή ρωσική αξιωματικό μέσα στο γήπεδο», είπε. «Ζητώ άμεση επέμβαση της ελληνικής πλευράς».
Ο Χέιλ κοίταξε τη ζωντανή εικόνα, είδε την Πελαγία και την Ελένη στο βήμα και παρακολούθησε το Πρωτόκολλο να ανοίγει, ώσπου διέκρινε στη λίστα ένα κωδικό όνομα που γνώριζε: το δικό του. Δεν ήταν καταγεγραμμένος ως χειριστής, αλλά ως χειριζόμενος. Έκλεισε αμέσως το κανάλι επικοινωνίας της πρεσβείας και έκοψε τη διαβίβαση προς τις ελληνικές αρχές.
«Τεχνική βλάβη», είπε.
Έξω, ο Νίκος σηκώθηκε με αίμα στο πρόσωπο και πυροβόλησε στον αέρα.
«Το όπλο είναι παγίδα!» φώναξε. «Κάμερες παντού! Μην τους δώσετε την εικόνα!»
Η φράση πέρασε από στόμα σε στόμα. Οι διαδηλωτές άρχισαν να κάθονται στο έδαφος. Η κίνηση απλώθηκε σαν κύμα. Μέσα σε ένα λεπτό, χιλιάδες άνθρωποι κάθονταν σιωπηλοί απέναντι στις αστυνομικές ασπίδες. Οι προβοκάτορες έμειναν όρθιοι. Και για πρώτη φορά φαίνονταν καθαρά.
17. Η Συνέχεια
Ο Καλλέργης παρακολουθούσε το συνέδριο από το γραφείο του. Δεν έδειχνε ανήσυχος. Η γυναίκα απέναντί του, υπουργός σε δύο παλιές κυβερνήσεις και σύμβουλος σε μία τωρινή, έκλεισε την τηλεόραση.
«Απέτυχε», είπε.
«Η επιχείρηση ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ απέτυχε».
«Το Πρωτόκολλο εκτέθηκε».
«Ένα αντίγραφο εκτέθηκε».
Στο τραπέζι υπήρχαν επτά φάκελοι. Ο Καλλέργης άνοιξε τον πρώτο. Περιείχε σχέδιο ποινικής έρευνας για παράνομη κατοχή απόρρητων εγγράφων. Ο δεύτερος περιείχε γνωμοδότηση ότι τα ψηφιακά στοιχεία δεν μπορούσαν να πιστοποιηθούν. Ο τρίτος, λίστα ειδικών που θα μιλούσαν για ρωσική παραπληροφόρηση. Ο τέταρτος, λίστα άλλων ειδικών που θα μιλούσαν για αμερικανική παρέμβαση.
«Μέχρι το βράδυ», είπε, «οι μισοί θα πιστεύουν ότι τα έφτιαξε η Μόσχα και οι άλλοι μισοί ότι τα έφτιαξε η Ουάσιγκτον. Κανείς δεν θα συζητά τι γράφουν».
Η γυναίκα άναψε τσιγάρο. «Και η Δράκου;»
«Αν επιβιώσει πολιτικά, θα χρειαστεί θεσμούς. Οι θεσμοί χρειάζονται ανθρώπους. Οι άνθρωποι χρειάζονται συμβουλές».
«Κι αν δώσει την εξουσία στη βάση;»
Ο Καλλέργης χαμογέλασε. «Τότε η βάση θα ανακαλύψει ότι είναι πολλές βάσεις. Θα τσακωθούν για τους κανόνες, τα πρόσωπα, τις λίστες. Η ελευθερία είναι πιο αργή από την πειθαρχία». Η γυναίκα τον κοίταξε με απέχθεια και θαυμασμό. «Δεν πιστεύεις σε τίποτα».
«Πιστεύω στη συνέχεια».
Στο γήπεδο, η Πελαγία διάβαζε αποσπάσματα του Πρωτοκόλλου. Δεν αποκάλυψε όλα τα ονόματα. Εξήγησε ότι ολόκληρο το αρχείο θα παραδιδόταν ταυτόχρονα σε δικαστικές αρχές, ευρωπαϊκούς θεσμούς και ανεξάρτητους δημοσιογράφους σε πολλές χώρες, με προστασία των προσωπικών δεδομένων και των άσχετων ανθρώπων. Δεν ήξερε αν αυτό θα αρκούσε. Ήξερε μόνο ότι η αλήθεια χωρίς διαδικασία μπορούσε να γίνει ακόμη ένα όπλο. Η Ελένη πήρε το σχέδιο Καταστατικού και το έσκισε στα δύο. Ο ήχος του χαρτιού ακούστηκε σε όλη την αίθουσα.
«Δεν ζητώ να με πιστέψετε», είπε. «Δεν το δικαιούμαι πια. Ζητώ να μη χρειάζεται να πιστεύετε κανέναν. Ούτε εμένα».
Ανακοίνωσε προσωρινή συνέλευση με κλήρωση πολιτών και εκλεγμένους εκπροσώπους των τοπικών ομάδων, πλήρη δημοσιοποίηση χρηματοδότησης, ανεξάρτητο έλεγχο του μητρώου και εκλογή ηγεσίας μέσα σε ενενήντα ημέρες. Η ίδια δεν θα ήταν υποψήφια μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα. Μερικοί χειροκρότησαν. Άλλοι την αποκάλεσαν προδότρια. Η δημοκρατία επέστρεψε στην αίθουσα όχι ως θρίαμβος, αλλά ως θόρυβος. Η Κασσάνδρα προσπάθησε να φύγει από πλαϊνή έξοδο. Η Ιρίνα την περίμενε στον διάδρομο.
«Η Μόσχα θέλει την κάρτα», είπε η Κασσάνδρα.
«Η Μόσχα θέλει πάντα την κάρτα».
«Θα σε πάρουν πίσω αν τη δώσεις».
Η Ιρίνα σκέφτηκε το διαμέρισμά της, το ανθοπωλείο, τη γειτόνισσα που της άφηνε φαγητό, έναν άντρα που την είχε αγαπήσει με το ψεύτικο όνομά της και θα μάθαινε από τις ειδήσεις ότι είχε κοιμηθεί δίπλα σε μια χώρα.
«Πίσω πού;» ρώτησε.
Άντρες της ασφάλειας εμφανίστηκαν στο τέλος του διαδρόμου. Η Ιρίνα έσπρωξε την Κασσάνδρα προς το μέρος τους και εξαφανίστηκε από την έξοδο κινδύνου. Από εκείνη τη στιγμή, κανείς δεν την είδε ξανά.
18. Το τίμημα
Τις επόμενες εβδομάδες η χώρα έζησε πολλές αλήθειες ταυτόχρονα. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα διερευνούσε πλήρως κάθε καταγγελία, ενώ υπουργοί της εξηγούσαν ότι τα αρχεία έφεραν ενδείξεις ξένης κατασκευής. Η αντιπολίτευση ζήτησε παραιτήσεις, αποφεύγοντας να σχολιάσει τους δικούς της ανθρώπους που εμφανίζονταν στους παλιούς φακέλους. Τηλεοπτικοί σταθμοί αφιέρωσαν ατελείωτες ώρες στο αν η Πελαγία είχε σχέση με ξένη υπηρεσία και ελάχιστα λεπτά στη μαζική συλλογή δεδομένων. Η Κασσάνδρα συνελήφθη για παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και αφέθηκε ελεύθερη με περιοριστικούς όρους. Τρεις εταιρείες που συνδέονταν μαζί της διαλύθηκαν μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες. Οι πραγματικοί ιδιοκτήτες τους δεν εμφανίστηκαν.
Η Δανάη κατέθεσε επί δεκατέσσερις ώρες. Βγαίνοντας, δήλωσε ότι είχε ενεργήσει αποκλειστικά για την προστασία του Κινήματος. Ένα μήνα αργότερα εξελέγη στην προσωρινή συνέλευση με περισσότερες ψήφους από κάθε άλλον υποψήφιο. Οι άνθρωποι συγχωρούν εύκολα εκείνον που τους είχε υποσχεθεί ότι θα τους θυμάται. Ο Νίκος τέθηκε σε διαθεσιμότητα για παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου. Την ημέρα που άδειασε το γραφείο του, βρήκε πάνω στο αυτοκίνητό του έναν φάκελο. Μέσα υπήρχε φωτογραφία της κόρης του να πηγαίνει το παιδί της στο σχολείο. Δεν υπήρχε σημείωμα. Δεν χρειαζόταν. Ο Μάικλ Χέιλ ανακλήθηκε στην Ουάσιγκτον. Στην τελική αξιολόγηση αναφερόταν ότι είχε επιδείξει «ανεπαρκή κρίση υπό συνθήκες ανταγωνιστικών πληροφοριών». Πριν φύγει, έστειλε στην Πελαγία ένα βιβλίο για τον ελληνικό Εμφύλιο. Στη σελίδα 1947 είχε γράψει: Οι ξένες δυνάμεις δεν δημιουργούν πάντα τις ρωγμές. Μαθαίνουν απλώς να κατοικούν μέσα τους.
Ο Πέτρος επέστρεψε στη δημοσιογραφία. Η πρώτη του εκπομπή κόπηκε στον αέρα όταν προσπάθησε να παρουσιάσει τις εταιρικές διαδρομές του Αρχείου Κ. Την επόμενη εβδομάδα ξεκίνησε ανεξάρτητο κανάλι. Τον παρακολουθούσαν λιγότεροι άνθρωποι, αλλά άκουγαν περισσότερο. Η Ελένη δεν ξαναμίλησε δημόσια για δύο μήνες. Έμεινε στο παλιό της σπίτι, χωρίς φρουρούς, και άρχισε να επισκέπτεται τις τοπικές συνελεύσεις χωρίς να κάθεται μπροστά. Κάποιοι την αγκάλιαζαν. Άλλοι της γύριζαν την πλάτη. Δεχόταν και τα δύο. Η Πελαγία ανέλαβε την επιτροπή για το νέο Καταστατικό μόνο με έναν όρο: όλες οι συνεδριάσεις θα μεταδίδονταν ζωντανά και κάθε άρθρο θα περνούσε από δημόσια διαβούλευση. Αυτό που ακολούθησε δεν έμοιαζε με επανάσταση. Έμοιαζε με αγγαρεία.
Τσακώνονταν για τις προθεσμίες, τις ποσοστώσεις, την ανάκληση, τα οικονομικά και τη διαχείριση δεδομένων, σε συνεδριάσεις που κρατούσαν μέχρι τα ξημερώματα και έκαναν ανθρώπους να αποχωρούν προσβεβλημένοι, μόνο και μόνο για να επιστρέψουν την επόμενη ημέρα. Η Πελαγία κατάλαβε ότι οι σκιές κέρδιζαν συχνά επειδή η διαφάνεια ήταν κουραστική, ενώ η ανάθεση της εξουσίας σε κάποιον «ικανό» ήταν ανακουφιστική. Ενενήντα ημέρες μετά το συνέδριο, το Κίνημα ψήφισε ένα Καταστατικό που δεν ήταν τέλειο, αλλά ήταν δικό τους. Το βράδυ της ψηφοφορίας, η Πελαγία βγήκε μόνη στην ταράτσα του κτιρίου και κοίταξε την Αθήνα να απλώνεται από κάτω, θορυβώδης και αδιάφορη. Τότε το κινητό της δόνησε: από άγνωστο αριθμό είχε φτάσει μια φωτογραφία από το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, όπου το γαλάζιο κοντέινερ MRSU 440918-6 φορτωνόταν σε πλοίο με τη μαύρη κουκουβάγια ακόμη ζωγραφισμένη στο πλάι του. Από κάτω υπήρχε μία μόνο φράση:
Η ΠΡΩΤΗ ΔΟΚΙΜΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ.
Η Πελαγία κοίταξε την πόλη και, αντί για φόβο, ένιωσε μόνο κούραση. Τότε κατάλαβε γιατί η Συνέχεια είχε επιβιώσει τόσο πολύ.
Επίλογος — Φάση Δύο
Βρυξέλλες, έξι μήνες αργότερα.
Στην αίθουσα ενός ιδρύματος ευρωπαϊκής πολιτικής, είκοσι τέσσερις άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα οβάλ τραπέζι. Ανάμεσά τους υπήρχαν πρώην υπουργοί, στελέχη τεχνολογίας, δύο απόστρατοι, ένας ειδικός παραπληροφόρησης και μια γυναίκα που συστηνόταν ως σύμβουλος κοινωνικής ανθεκτικότητας. Κανείς δεν ανέφερε το Αρχείο Κ. Στην οθόνη εμφανίστηκε χάρτης της Ευρώπης. Πάνω από τέσσερις χώρες αναβόσβηναν κόκκινες κουκκίδες. Ο παρουσιαστής μίλησε αγγλικά με ουδέτερη προφορά.
«Η ελληνική εφαρμογή παρουσίασε αστοχίες, αλλά απέδειξε την εγκυρότητα του μοντέλου. Τα αυθόρμητα κινήματα μπορούν να χαρτογραφηθούν κατά τη φάση γέννησής τους. Η ηγεσία δεν χρειάζεται να στρατολογηθεί. Αρκεί να απομονωθεί μέσα σε ένα περιβάλλον ελεγχόμενων κινδύνων και ελεγχόμενων λύσεων».
Μια γυναίκα σήκωσε το χέρι. «Και η διαρροή;»
«Ενσωματώθηκε».
«Η δημόσια αποκάλυψη του μοντέλου ενσωματώθηκε στο μοντέλο;»
«Οι πολίτες που πιστεύουν ότι αποκάλυψαν το σύστημα γίνονται πιο εύκολα προβλέψιμοι. Αναζητούν παντού το ίδιο σύστημα».
Στην τελευταία διαφάνεια εμφανίστηκε μια νέα ονομασία:
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ — ΦΑΣΗ ΔΥΟ
Στο πίσω μέρος της αίθουσας, μια σερβιτόρα άφησε καφέδες στο τραπέζι. Κανείς δεν την κοίταξε. Είχε κόψει τα μαλλιά της κοντά και φορούσε γυαλιά. Στην κονκάρδα της έγραφε Sophie Manoir. Καθώς έβγαινε, άγγιξε το κινητό στην τσέπη της. Η ηχογράφηση μεταφορτωνόταν ταυτόχρονα σε τρεις διακομιστές: έναν στη Μόσχα, έναν στην Ουάσιγκτον και έναν σε μικρό ανεξάρτητο μέσο της Λάρισας. Η Ιρίνα χαμογέλασε. Οι μεγάλες δυνάμεις πίστευαν ότι η πληροφορία ήταν εξουσία. Οι Έλληνες γνώριζαν κάτι παλαιότερο: Εξουσία ήταν να ξέρεις ποιος θα την αφηγηθεί πρώτος. Βγήκε στον δρόμο. Οι Βρυξέλλες έβρεχαν αθόρυβα. Στην Αθήνα, το κινητό της Πελαγίας άναψε πάνω σε ένα τραπέζι γεμάτο σχέδια άρθρων, διορθώσεις και πρακτικά. Το μήνυμα είχε τίτλο:
ΟΡΓΑΝΩΘΕΙΤΕ ΜΟΝΟΙ ΣΑΣ — ΞΑΝΑ.
Η Πελαγία το άνοιξε. Και αυτή τη φορά, πριν πιστέψει ή φοβηθεί, άρχισε να ελέγχει.
Σημείωμα πραγματικού υποβάθρου
Η απολύτως μυθοπλαστική ιστορία αντλεί ατμόσφαιρα από το ελληνικό «παρακράτος», τις έρευνες για λογισμικά παρακολούθησης, τη γεωστρατηγική θέση της Αλεξανδρούπολης και ιστορικές μεθόδους των μυστικών υπηρεσιών. Τα στοιχεία αυτά υπηρετούν μόνο την αληθοφάνεια της αφήγησης.

